Για ποιον χτυπάει η καμπάνα;

Image

Η γενική απεργία της 20ης Φεβρουαρίου χτύπησε ένα καμπανάκι. Ένα καμπανάκι που αν δεν γίνει αντιληπτό από την ηγεσία της Αριστεράς, μπορεί και να μετατραπεί σύντομα σε καμπάνα μεγατόνων. Το καμπανάκι αυτό σημαίνει κατά τη γνώμη μας πως ο κόσμος έχει κουραστεί από τις ανέξοδες παρελάσεις και τις επαναστατικές γυμναστικές άνευ ουσίας. Ο κόσμος, οι πολίτες, κατά πολύ πιο υποψιασμένοι από τις ηγεσίες, έχουν καταλάβει πως δεν υπάρχει ούτε μία στο εκατομμύριο να ιδρώσει το αυτί του συστήματος της κλεπτοκρατίας από ανούσιες εικοσιτετράωρες απεργίες και συγκεντρώσεις εθιμοτυπικού σχεδόν χαρακτήρα, ανεξαρτήτως συμμετοχής και προσέλευσης του κόσμου και θεωρούν στη μεγάλη τους πλειοψηφία ανούσια τη συμμετοχή τους σε αυτές.

Προσωπικά, αν και θεωρώ υποχρέωση του κάθε ενεργού πολίτη τη συμμετοχή του σε απεργίες και κινητοποιήσεις, δεν μπορώ να μην αναγνωρίσω τη σοφία που εκφράζει αυτή η στάση που λέει με πολύ απλά λόγια: Ή αποφασίστε για μια κινητοποίηση διαρκείας, μια σύγκρουση κατά μέτωπο, μια απεργία διαρκείας, με στόχο την ανατροπή της κυβέρνησης, ή μη μας σέρνεται άλλο σε παρελάσεις. Δεν συμφωνώ καθόλου με την άποψη που υποστηρίζει πως υπάρχει μια ηττοπάθεια και μια εντεινόμενη αδιαφορία στον κόσμο. Αυτό που κυριαρχεί στον κόσμο είναι μια άρνηση να συμμετέχει πλέον σε ενέργειες χωρίς ξεκάθαρη στόχευση που θα επιφέρει άμεσα, χειροπιαστά αποτελέσματα. Γιατί αν το σκεφτούμε απλά και λογικά, τι ήταν δηλαδή αυτή η εικοσιτετράωρη γενική απεργία; Τι ήθελε να αποδείξει; Ποιος ήταν ο στόχος της; Να τρομάξει την κυβέρνηση ας πούμε; Να γελάσω, ή να κλάψω;

Και γιατί να κατέβει ο κόσμος σε μια απεργία και μια συγκέντρωση που καλεί η ΓΕΣΕΕ και η ΑΔΕΔΥ; Αυτή η ΓΕΣΕΕ (και ΑΔΕΔΥ) δεν είναι που παρακολουθεί ΑΜΕΤΟΧΗ όλο αυτό τον καιρό τα ΜΑΤ να ξυλοκοπούν απεργούς, που παρακολουθεί την κυβέρνηση να επιστρατεύει απεργούς, να καταδιώκει απεργούς, να συλλαμβάνει απεργούς, που παρακολουθεί την κοινωνία να καταρρέει, τους μισθούς να πετσοκόβονται, τους ανέργους να πολλαπλασιάζονται με ρυθμούς ραγδαίας επιδημίας μεταδιδόμενων ιώσεων; Τι κάνει λοιπόν όλο αυτό τον καιρό για όλα αυτά τα, επιεικώς περιγραφόμενα, ως τραγικά που συμβαίνουν σήμερα στη χώρα μας; Πώς και με ποιο τρόπο προστατεύει και υπερασπίζεται τον εργαζόμενο, τον άνεργο, τον απεργό, τον χειμαζόμενο λαό;      

Αν υποθέσουμε πως το πιο μεγάλο, το πιο ισχυρό, το πιο ρηξικέλευθο όπλο που έχει στα χέρια της μια Γενική Συνομοσπονδία Εργατών είναι η γενική απεργία διαρκείας, σε πιο σημείο στην καμπή προς την καταρράκωση, τον εξευτελισμό και τον όλεθρο μιας κοινωνίας οφείλει να το πυροδοτήσει; Στις πόσες χιλιάδες αυτοκτονιών; Στα πόσα εκατομμύρια ανέργων; Σε ποιο σημείο εξευτελισμού των συνταξιούχων; Όταν οι αυτοκτονίες ξεπεράσουν ας πούμε τις δέκα, είκοσι χιλιάδες; Όταν οι άνεργοι θα είναι περισσότεροι από τους εργαζόμενους; Όταν οι μανάδες και οι πατεράδες μας θα συμπληρώνουν τη σύνταξη τους με τα περισσεύματα χαλασμένων τροφών από τους σκουπιδοτενεκέδες των σούπερ μάρκετ; Όταν οι άστεγοι στο κέντρο της Αθήνας θα είναι περισσότεροι από τα περιστέρια στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη; Πότε; Ας μας δώσει μια ιδέα, μια τάξη μεγέθους της καταστροφής, το σημείο εκείνο του εξευτελισμού της ελληνικής κοινωνίας που κατά τη γνώμη της ΓΕΣΕΕ είναι το σημείο μηδέν κατά το οποίο μια Γενική Συνομοσπονδία Εργατών μιας χώρας θεωρεί καθήκον της να πυροδοτήσει το όπλο της γενικής απεργίας διαρκείας.

Η, έστω και προσωρινή, επιτυχία του κινήματος των «αγανακτισμένων» είναι ένα πολύ σοβαρό πεδίο έρευνας και αναφοράς στο οποίο η Αριστερά οφείλει να εντρυφήσει και σοβαρά και χωρίς παρωπίδες να μελετήσει, διερευνώντας πιθανούς τρόπους αντίδρασης απέναντι στη διαφαινόμενη κόπωση των πολιτών στις παραδοσιακές και άνευ ουσίας κινητοποιήσεις. Η επιτυχία εκείνων των κινητοποιήσεων οφείλονταν, κατά την ταπεινή μου γνώμη,  στο γεγονός πως έδινε στον κόσμο την ελπίδα μιας πιθανής ανατροπής. Ήταν κάτι διαφορετικό, αιρετικό, ανατρεπτικό και ελπιδοφόρο. Γι αυτό και το συκοφάντησαν, του επιτέθηκαν και το κατέστειλαν.  Η Αριστερά, είτε θα βρει έναν τρόπο να ακούσει το καμπανάκι και να επαναφέρει μέσα από άλλου είδους κινητοποιήσεις την ελπίδα, ωθώντας έτσι τον κόσμο σε μια σταδιακά κλιμακούμενη σύγκρουση με καθαρό, δεδηλωμένο στόχο την ανατροπή της κυβέρνησης, ή αν συνεχίσει να δρα με τον αμήχανο, ψιλοφοβικό και συντηρητικό τρόπο που δρα σήμερα, ας μην αναρωτιέται σε λίγο καιρό για ποιον χτυπάει η καμπάνα.        

Advertisements

Μας τα πρήξατε!

Image

Αγαπητοί συν ευρωπαίοι και επιφανείς ευρωπαϊστές νεοφιλελέδες συνέλληνες.

Οι Έλληνες είμαστε ένας έξυπνος, δημιουργικός και αθεράπευτα απειθάρχητος λαός. Απειθάρχητος, ακριβώς γιατί είναι έξυπνος και δημιουργικός. Το δυστύχημα μας είναι πως ζούμε σε έναν κόσμο και σε ένα γεωγραφικό χώρο, όπου ο ατομισμός που προϋποθέτει η δημιουργικότητα και η εξυπνάδα είναι ένα θανάσιμο ελάττωμα, ενώ η ηθική κι η νοοτροπία της αγέλης, προτέρημα. Γιατί ο ατομισμός εξ ορισμού παράγει αδύναμα και ανισόρροπα κράτη, σε μια εποχή που το κράτος (που σαν νεοφιλελέδες το εχθρεύεστε αλλά ταυτόχρονα το προσκυνάτε) είναι το άλφα και το ωμέγα για τη δημιουργία μιας εύρυθμης και ευνομούμενης, σύμφωνα με την τρέχουσα αντίληψη, πολιτείας.

Για να επιβιώσουμε λοιπόν στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης και του καταναγκαστικού εξευρωπαϊσμού μας, αναγκαζόμαστε να γίνουμε κατεργάρηδες. Αντί να χρησιμοποιήσουμε παραγωγικά τη δημιουργικότητα μας, τη διοχετεύουμε και την εξαντλούμε σε ένα σωρό πονηριές και επινοήσεις προκειμένου να ξεφύγουμε από την υποχρέωση να στηρίξουμε ένα κράτος, που όχι μόνο δεν μας προσφέρει τίποτα, αλλά αντιθέτως, μας επιβαρύνει όλο και περισσότερο, κάνοντας τη ζωή μας κόλαση. Ένα κράτος που εσείς και τα όργανα σας στην Κομισιόν, πιστεύετε ότι τιμωρείτε, ενώ στην ουσία τιμωρείτε εμάς με τα ολέθρια μέτρα που εισηγείστε και ΑΝΕΞΟΔΑ (αφού άλλα κορόιδα θα πληρώσουν) υιοθετούν οι, για κακή μας τύχη, άβουλοι, ανίκανοι και πειθήνιοι κυβερνώντες μας.

Δεν ξέρω πόσοι από σας έχετε αντιληφθεί πως σε αυτή τη χώρα, το κράτος προσφέρει ΟΛΕΣ τις (απολύτως αναξιόπιστες και άχρηστες) υπηρεσίες του ΜΟΝΟ έναντι αμοιβής – μπορεί κάτι να έχετε ακούσει για τον ελληνικό όρο fakelaki, αλλά με πόση ακρίβεια μπορείτε να αναπαραστήσετε στη φαντασία σας τι σημαίνει να πληρώνεις φόρους, άμεσους, αλλά και πολλούς, μα πάρα πολλούς, έμμεσους, για να σου παρέχει το κράτος σου παιδεία κι εσύ να πληρώνεις χιλιάδες ευρώ ετησίως για να μάθει γράμματα το παιδί σου, ή να πέφτεις στην ανάγκη να εισαχθείς σε ένα από τα αχαρακτήριστα δημόσια και δωρεάν νοσοκομεία του και να πρέπει να υποθηκεύσεις το σπίτι σου για να έχεις μια αμυδρή ελπίδα να βγεις από κει μέσα ζωντανός. Και δεν θέλω να μπω σε λεπτομέρειες και να σας μιλήσω για πολεοδομίες, εφορίες, το χαρτζιλίκι του υπαλλήλου της ΔΕΗ για να μας βάλει ρεύμα, ή την εισφορά μας στον υπάλληλο του υπουργείου μεταφορών για να πάρουμε την άδεια οδήγησης μας – και πάει λέγοντας σε μια λίστα που δεν έχει τέλος.

Αντιλαμβανόμαστε βέβαια, ως έξυπνοι άνθρωποι που είμαστε, πως με αυτή τη συμπεριφορά (να κλέβουμε ότι και όσο μπορούμε από το κράτος που μας κλέβει δηλαδή) διαιωνίζουμε τον φαύλο κύκλο, παράγοντας ένα όλο και πιο αναξιόπιστο κράτος/ληστή, αλλά όπως όλοι οι έξυπνοι και δημιουργικοί άνθρωποι δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από την εμμονή μας, πως είναι γελοίο να επιτρέψει κανείς σε έναν άχρηστο (στην περίπτωση μας, το ελληνικό κράτος) να κηδεμονεύει βλακωδώς τη ζωή του. Κι έτσι γινόμαστε κατά κάποιο τρόπο θύματα της εξυπνάδας και της δημιουργικότητας μας – η οποία κατ’ επέκταση ξεπέφτει σε βλακεία και κουτοπονηριά.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες λοιπόν, δεν βλέπουμε καμιά πιθανότητα βελτίωσης. Αντιθέτως, στα πλαίσια της υποχρεωτικής διαιτησίας του κοινωνικού μας προβλήματος (με όρους και μέτρα που λαμβάνονται από χαρτογιακάδες που ούτε ιδέα έχουν για τις ιδιαιτερότητες που αναφέρουμε, ούτε και δίνουν μία για το αν θα έχουν αποτέλεσμα) που επιβάλει η συμμετοχή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και η αδυναμία μας (λόγω αυτής της συμμετοχής) να δώσουμε μια «ελληνική» λύση στο πρόβλημα, μόνο επιδείνωση μπορούμε να δούμε. Έτσι, η μόνη ορατή λύση στο πρόβλημα είναι η ολοκληρωτική διάλυση και επανίδρυση του κράτους και η αποχώρηση μας από την περιβόητη ευρωζώνη.

Κι εδώ που τα λέμε, όπως και να το δει κανείς, και τα δυο μοιάζουν αναπόφευκτα – και σε ότι αφορά εμάς (προσωπικώς), ευκταία.

Οπότε, μη μας απειλείτε σας παρακαλώ με αυτό που εμείς πιστεύουμε πως θα είναι η σωτηρία μας (με την έξοδο μας από την ευρωζώνη δηλαδή) γιατί έτσι φαίνεστε στα μάτια μας πιο ηλίθιοι από όσο θέλουμε (λόγω μιας αδυναμίας που σας έχουμε) να πιστεύουμε πως είστε.

Στην Κύπρο με το πιστόλι στον κρόταφο

Image

Αύριο λοιπόν η κυπριακή αριστερά, κυριαρχημένη για μια πενταετία από φοβικά σύνδρομα που την κατέστησαν ανίκανη, όχι μόνο να παρέμβει αποφασιστικά και να ανατρέψει δομές και κοινωνικά και πολιτικά δεδομένα, αφήνοντας πίσω της παρακαταθήκες όπως θα περίμενε κανείς από μια (αυτοαποκαλούμενη μάλιστα και κομουνιστική) Αριστερά, αλλά ακόμα και να κυβερνήσει διαχειριζόμενη με μια κάποια επάρκεια το σύστημα – αύριο αυτή η αριστερά,  χάρη στην κυβερνητική της ατολμία, το συντηρητισμό και την ανικανότητα της, θα σερβίρει στη δεξιά την κυβέρνηση στο πιάτο. Στην πιο κρίσιμη στιγμή, σε μια πολιτική και οικονομική συγκυρία κατά την οποία κρίνονται κοινωνικά και εργατικά κεκτημένα δεκαετιών και αιώνων, σε μια εποχή που σηκώνουν κεφάλι τα πιο αντιδραστικά δεξιά και νεοφιλελεύθερα μορφώματα, το ΑΚΕΛ αποχωρεί από την κυβέρνηση με το κεφάλι σκυμμένο, με δηλώσεις τύπου με πικράνατε, με την πικρή γεύση της ήττας και με τραυματισμένη σχεδόν θανάσιμα την αξιοπιστία του. Μια τραγική κατάληξη (αν σκεφτεί κανείς πως πρόκειται για τη μία και μοναδική σοβαρή πολιτική οντότητα στο χώρο της Αριστεράς στην Κύπρο) που σαν αποτέλεσμα έχει να αφήσει ουσιαστικά άοπλο, ανυπεράσπιστο και έρμαιο των αδηφάγων θηρίων της βουλιμικής κερδοφορίας, τον εργαζόμενο κυπριακό λαό.  

Όπως συνέβη και στην Ελλάδα και αλλού, η Δεξιά προσέρχεται στις εκλογές στην Κύπρο με την προβιά προβάτου, προσηνής, καταδεκτική, φιλολαϊκή και με κοινωνικές και δημοκρατικές ευαισθησίες. Δεν θα αργήσει να δείξει τα δόντια της, όταν θα πρέπει να εφαρμόσει όλες τις αντιλαϊκές και αντεργατικές πολιτικές που συνοδεύουν ως αναπόσπαστο μέρος κάθε μνημόνιο, όπου αυτό εφαρμόστηκε, ή εφαρμόζεται. Ο περιορισμός των δημοκρατικών και συνταγματικών ελευθεριών, η καταστολή εργατικών και κοινωνικών αγώνων, η σφαγή στα εργατικά κεκτημένα και ο ακρωτηριασμός των κοινωνικών δικαιωμάτων, είναι η αλφαβήτα του μνημονίου που θα κληθεί να εφαρμόσει η δεξιά κυβέρνηση στο νησί. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία γι αυτό. Αυτό που έγινε και γίνεται στην Ελλάδα, στην Πορτογαλία και εν μέρει στην Ισπανία και στην Ιρλανδία, θα γίνει με τον ίδιο ακριβώς τρόπο κι εδώ. Το σύνδρομο της αυτοεπιβεβαίωσης που διακατέχει μεγάλο μέρος του πληθυσμού που πιστεύει πως αφού κάηκε το σπίτι του γείτονα και του αδελφού εμείς θα τη γλιτώσουμε γιατί είμαστε καλύτερα προετοιμασμένοι, είναι μια επικίνδυνη ψευδαίσθηση που θα σβήσει τόσο απότομα στο πρώτο χτύπημα της πραγματικότητας στην πόρτα μας, που θα ταρακουνήσει συθέμελα την κυπριακή κοινωνία.

Μια ψήφος διαμαρτυρίας και «τιμωρίας» προς το ΑΚΕΛ από ανθρώπους που νιώθουν πως με κάποιο τρόπο πρόδωσε τις ελπίδες και τις προσδοκίες τους είναι κατανοητή και σε μέγιστο βαθμό δικαιολογημένη. Σε άλλες εποχές και κάτω από διαφορετικές πολιτικές και κοινωνικές συγκυρίες θα ήταν μάλιστα επιβεβλημένη. Σήμερα όμως, με όσα διακυβεύονται είναι μια επικίνδυνη ψήφος. Μια ψήφος σχεδόν αυτοκτονική. Ας σκεφτούν καλά όσοι είναι έτοιμοι να πυροβολήσουν και ας αναρωτηθούν  αν η κάνη είναι στραμμένη προς το μέρος τους.         

Τα spread του ήλιου και της θάλασσας

 

Όχι μόνο στα δύσκολα, αλλά και στα πιο δύσκολα από τα δύσκολα, οι λαοί της Μεσογείου ξέρουν – ήξεραν πάντα – πώς να αντλούν δύναμη μέσα από το τραγούδι, τον έρωτα και το γέλιο. Ξέρουν – πάντα ήξεραν – πώς να λατρεύουν τη ζωή. Είναι μια έμφυτη αρετή αυτή, ένα κεκτημένο, από τον ήλιο, τον ουρανό και τη θάλασσα δικαίωμα, που δεν μπορεί κανείς να τους το πάρει. Γιατί είναι μια από τις παροχές, ένα από εκείνα τα επιδόματα της φύσης και των δικών τους θεών, που καμιά Μέρκελ και κανένα διεθνές νομισματικό ταμείο δεν μπορεί να το αγγίξει! Αν ποτέ με το καλό ξαναγυρίσουμε στα spread του έρωτα και της ανεμελιάς, μακριά από τα χρηματιστήρια και την ψευδό ευημερία της δανεικής ζωής και της ηθικής των μετόχων, αν δηλαδή καταφέρουμε να μεταφέρουμε τον αγώνα στο δικό μας γήπεδο, τότε μπορεί να ελπίζουμε πως θα νικήσουμε. Στα δικά τους γήπεδα φίλοι μου Ισπανοί και Πορτογάλοι – στο γήπεδο του City, της Bundesbank και της Wall Street, όσο και να αγωνιστούμε, όσο και να παλέψουμε είμαστε χαμένοι από χέρι. Σε αυτά τα γήπεδα έχει συννεφιά και μακρύ, πολύ μακρύ σκοτάδι. Σε αυτά τα γήπεδα η ζωή πρέπει να καταργηθεί για να κερδίσει. Σε αυτά τα γήπεδα Μεσόγειε, πρέπει να αυτοκαταργηθείς για να επιζήσεις.

Γράμμα σε μια αμήχανη ερωμένη

 Image

Αγαπημένη μας αριστερά, γλυκύτατη κι αμήχανη ερωμένη, σε αυτές τις δύσκολες ώρες ευθύνης που περνάς μάθε πως όλοι εμείς οι πιστοί κι αμετανόητοι εραστές σου δεν θέλουμε να μας πείσεις πως μπορείς να κυβερνήσεις. Θέλουμε να μας πείσεις πως μπορείς να ανατρέψεις. Δεν θέλουμε να περάσεις από τις εξετάσεις κυβερνησιμότητας του συστήματος της κλεπτοκρατίας, ή της παχύδερμης νυκοκυραίικης  πλειοψηφίας. Θέλουμε να περάσεις τις εξετάσεις ειλικρίνειας και κυρίως της αποφασιστικότητας για την ανατροπή που ευαγγελίστηκες. Δεν θέλουμε να μας πείσεις πως είσαι μια σοβαρή πολιτική δύναμη, αλλά μια σοβαρή πιθανότητα ανατροπής. Δεν θέλουμε να αντικρούεις την προπαγάνδα της κυβερνητικής και μηντιακής εξουσίας, θέλουμε να τους δίνεις όλο και περισσότερες αφορμές για «αρνητικούς» σχολιασμούς – και ακόμα καλύτερα, να τους δίνεις αφορμή να ανατριχιάζουν ολόκληροι για τις ανήκουστες θέσεις σου. Δεν θέλουμε να σε θεωρούν σοβαρό συνομιλητή οι στυλοβάτες της πλουτοκρατίας, θέλουμε να σε τρέμουν και να σε πολεμούν ακατάπαυστα. Δεν θέλουμε να σε βλέπουμε να προσπαθείς να πείσεις πως δεν είσαι «ακραία», σε θέλουμε ακόμα πιο ακραία – στο πιο απομακρυσμένο άκρο από εκεί που στέκονται αυτοί.  Πιο ακραία από όσο σε περιγράφουν. Πιο επικίνδυνη από όσο προσπαθούν να σε παρουσιάσουν. Πιο καταστροφική για τα συμφέροντά τους από όσο σε αντιλαμβάνονται. Πιο τρομακτική για το μέλλον τους από όσο σε φαντάζονται. Πιο αριστερή από όσο μπορούν να αντέξουν.

Αγαπημένη μου αριστερά, σε αγαπήσαμε γιατί παραδοθήκαμε άνευ όρων στη γοητεία της ανατροπής, στον ερωτισμό της επανάστασης, στη γλύκα της ελπίδας. Σε ερωτευτήκαμε γιατί ήσουν άστατη, απρόβλεπτη, απείθαρχη, μοιραία.  Μη μας απογοητεύεις.

Η θλίψη της Αριστεράς

Image

H κακοδαιμονία κάθε δόγματος, φιλοσοφικού, θρησκευτικού ή πολιτικού ήταν πάντα και θα είναι πάντα, η εμμονή του με την ορθοδοξία. Αν, όπως αναφέρει ο Μπόρχες, κάθε λέξη κρύβει μέσα της τόσα νοήματα όσοι και οι αναγνώστες της, φανταστείτε τι συμβαίνει με κάθε πρόταση, με κάθε παράγραφο, με κάθε κεφάλαιο σε κάθε ένα από τα βιβλία που καλούνται να ερμηνεύσουν χωρίς να υποπέσουν στο αμάρτημα της αίρεσης οι πιστοί του δόγματος.

 Με βάση το παραπάνω σκεπτικό δεν είναι να απορεί κανείς βλέποντας την Αριστερά να γδέρνεται και να σκίζεται σε έναν ασίγαστο εσωτερικό πόλεμο για την ορθότητα των επιμέρους απόψεων των φορέων της (κομμάτων, ομάδων, συνιστωσών, κλπ), πάνω στο ετοιμοθάνατο σώμα της ελληνικής κοινωνίας. Θα συνεχίσουμε να μην απορούμε ακόμα και όταν θα παρακολουθούμε αυτό τον «εμφύλιο» να συνεχίζεται ακατάπαυστα και πάνω στο πτώμα της.

 Το να μην απορεί κανείς βλέποντας ένα έργο που παίζεται δεκαετίες τώρα, δεν σημαίνει πως μπορεί και να γλιτώσει από τη θλίψη που του προκαλεί αυτή η εικόνα: Ο μοναδικός πολιτικός χώρος που μπορεί να βάλει φρένο σε αυτό τον οικονομικό, πολιτικό, κοινωνικό και πολιτιστικό κατήφορο που βιώνει η ελληνική κοινωνία, να αναλώνεται σε έναν καυγά πάνω σε τσιτάτα, παραγράφους, υποσημειώσεις πεθαμένων συγγραφέων, αφήνοντας το παρόν να το καταπίνουν με μεγάλες μπουκιές τα πιο αντιδραστικά μορφώματα και οι πιο σκοτεινές δυνάμεις του κοινωνικού υποσυνείδητου αυτής της χώρας.

 Αν συνεχίσει έτσι η Αριστερά, κάποτε, έγκριτοι και μη ιστορικοί θα ξοδέψουν τόνους χαρτιού για να καταγράψουν άλλη μια φορά τα λάθη της και οι «ποιητές της ήττας» θα ξαναγράψουν συγκινητικά και σπαραξικάρδια ποιήματα. Μόνο που αυτή τη φορά θα διαβάζονται ως αναπόσπαστα μέρη μιας κωμωδίας που θα παράγει αντί για γέλιο, θρήνους και κλάματα…      

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Επέλεξα ως εισαγωγή στο νέο μου, ολοκαίνουργιο blog, το κείμενο ενός άλλου. Όχι γιατί δεν είχα δικό μου κείμενο να βάλω, αλλά αυτό που θέλω να πω, θέτοντας ταυτόχρονα τα πλαίσια μέσα στα οποία θα κινηθεί αυτό το blog τα έχει πει ήδη άλλος.

Εγώ θα διορθώσω το ρωμέικο;

Image
-Πού οφείλεται αυτή η «τεράστια αδυναμία να συγκροτηθεί μια πολιτική κοινωνία»; Ποίοι είναι οι λόγοι;
-Κ.Κ.: Ουδείς μπορεί να δώσει απάντηση στην ερώτηση, για ποιον λόγο, κάποιος, σε μιαν ορισμένη στιγμή, δεν δημιούργησε κάτι. Η συγκρότηση ενός λαού σε πολιτική κοινωνία δεν είναι δεδομένη, δεν είναι κάτι που χαρίζεται, αλλά κάτι που δημιουργείται. Μπορούμε απλώς να διαπιστώσουμε ότι, όταν απουσιάζει μια τέτοια δημιουργία, τα χαρακτηριστικά της προηγούμενης κατάστασης διατηρούνται ή αλλάζουν μόνο μορφή.
-Και ποια είναι τα χαρακτηριστικά αυτά στην ελληνική περίπτωση;
Κ.Κ.: Ορισμένα τα εντοπίζουμε, ήδη, στους εμφύλιους πολέμους της Επανάστασης του 1821. Βλέπουμε, για παράδειγμα, ότι η νομιμοφροσύνη και η αλληλεγγύη έχουν τοπικό ή τοπικιστικό χαρακτήρα, ισχυρότερο συχνά από τον εθνικό. Βλέπουμε, επίσης, ότι οι πολιτικές κατατάξεις και διαιρέσεις είναι συχνά σχετικές με τα πρόσωπα των «αρχηγών» και όχι με ιδέες, με προγράμματα, ούτε καν με «ταξικά» συμφέροντα. Ένα ακόμη χαρακτηριστικό είναι η στάση απέναντι στην εξουσία. Στην Ελλάδα, μέχρι και σήμερα, το κράτος εξακολουθεί να παίζει τον ρόλο του ντοβλετιού, δηλαδή μιας αρχής ξένης και μακρινής, απέναντι στην οποία είμαστε ραγιάδες και όχι πολίτες. Δεν υπάρχει κράτος νόμου και κράτος δικαίου, ούτε απρόσωπη διοίκηση που έχει μπροστά της κυρίαρχους πολίτες. Το αποτέλεσμα είναι η φαυλοκρατία ως μόνιμο χαρακτηριστικό. Η φαυλοκρατία συνεχίζει την αιωνόβια παράδοση της αυθαιρεσίας των κυρίαρχων και των «δυνατών»: ελληνιστικοί ηγεμόνες, Ρωμαίοι ανθύπατοι, Βυζαντινοί αυτοκράτορες, Τούρκοι πασάδες, κοτζαμπάσηδες, Μαυρομιχάληδες, Κωλέττης, Δηλιγιάννης…
-Εξαιρέσεις δεν βλέπετε να υπάρχουν; Εξαιρέσεις εντοπισμένες κυρίως στον 19ο και στον 20ό αιώνα;
-Κ.Κ.: Ε, υπάρχουν δυο-τρεις εξαιρέσεις: ο Τρικούπης, ο Κουμουνδούρος, το βενιζελικό κίνημα στην πρώτη περίοδο του. Αλλά τα όποια αποτελέσματα τους καταστράφηκαν από τη δικτατορία του Μεταξά, την Κατοχή, τον Εμφύλιο, τον ρόλο του παλατιού, τη δικτατορία της 21ης Απριλίου, την πασοκοκρατία. Στο μεταξύ, μεσολάβησε ο σταλινισμός που κατόρθωσε να διαφθείρει και να καταστρέψει αυτό που πήγαινε να δημιουργηθεί ως εργατικό και λαϊκό κίνημα στην Ελλάδα. Τα αποτελέσματα τα πληρώνουμε ακόμη. Μου ζητάτε να σας εξηγήσω… Μπορείτε να μου εξηγήσετε εσείς γιατί οι Έλληνες, που σκοτώνονταν εννέα χρόνια, για να απελευθερωθούν από τους Τούρκους, θέλησαν αμέσως μετά έναν βασιλιά; Και γιατί, αφού έδιωξαν τον Όθωνα, έφεραν τον Γεώργιο; Και γιατί μετά ζητούσαν «ελιά, ελιά και Κώτσο βασιλιά»;
-Μα, οι δικές σας απαντήσεις ενδιαφέρουν ιδίως όταν αφορούν ερωτήματα που εσείς θέτετε, θα θέλατε, λοιπόν, να διατυπώσετε τις απόψεις σας;
-K.K.: Σύμφωνα με την παραδοσιακή «αριστερή» άποψη, όλα αυτά τα επέβαλαν η Δεξιά, οι κυρίαρχες τάξεις και η μαύρη αντίδραση. Μπορούμε όμως να πούμε ότι όλα αυτά τα επέβαλαν στον ελληνικό λαό ερήμην του ελληνικού λαού; Μπορούμε να πούμε ότι ο ελληνικός λαός δεν καταλάβαινε τι έκανε; Δεν ήξερε τι ήθελε, τι ψήφιζε, τι ανεχόταν; Σε μια τέτοια περίπτωση αυτός ο λαός θα ήταν ένα νήπιο… Εάν όμως είναι νήπιο, τότε ας μη μιλάμε για δημοκρατία. Εάν ο ελληνικός λαός δεν είναι υπεύθυνος για την ιστορία του, τότε, ας του ορίσουμε έναν κηδεμόνα… Εγώ λέω ότι ο ελληνικός λαός -όπως και κάθε λαός- είναι υπεύθυνος για την ιστορία του, συνεπώς, είναι υπεύθυνος και για την κατάσταση, στην οποία βρίσκεται σήμερα.
-Πώς την εννοείτε αυτήν την ευθύνη;
-Κ.Κ.: Δεν δικάζουμε κανέναν. Μιλάμε για ιστορική και πολιτική ευθύνη. Ο ελληνικός λαός δεν μπόρεσε έως τώρα να δημιουργήσει μια στοιχειώδη πολιτική κοινωνία. Μια πολιτική κοινωνία, στην οποία, ως ένα μίνιμουμ, να θεσμισθούν και να κατοχυρωθούν στην πράξη τα δημοκρατικά δικαιώματα τόσο των ατόμων όσο και των συλλογικοτήτων.
-Θέλετε να πείτε ότι αντιθέτως σε άλλες χώρες, στη Δυτική Ευρώπη…
-Κ.Κ.: Εκεί, αυτό έγινε! Ο μακαρίτης ο Γιώργος Καρτάλης έλεγε κάνοντας μου καζούρα στο Παρίσι το 1956: «Κορνήλιε, ξεχνάς ότι στην Ελλάδα δεν έγινε Γαλλική Επανάσταση». Πράγματι, στην Ελλάδα δεν έχει υπάρξει εποχή που ο λαός να έχει επιβάλει, έστω και στοιχειωδώς, τα δικαιώματα του. Και η ευθύνη, για την οποία μίλησα, εκφράζεται με την ανευθυνότητα της παροιμιώδους φράσης: «εγώ θα διορθώσω το ρωμέικο;». Ναι, κύριε, εσύ θα διορθώσεις το ρωμέικο, στον χώρο και στον τομέα όπου βρίσκεσαι.