ΣΥΡΙΖΑ. ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΣΤΑ ΤΥΦΛΑ

Image

Η κακοδαιμονία της ελληνικής αριστεράς είναι ότι βρίσκεται παγιδευμένη ανάμεσα σε δύο κύρια κόμματα, εκ των οποίων το ένα, χαμένο σε ζητήματα τακτικής αδυνατεί να διαμορφώσει μια στρατηγική και το άλλο, εγκλωβισμένο σε ζητήματα στρατηγικής αδυνατεί ακόμα και να αναγνωρίσει το γεγονός πως ένα κόμμα χρειάζεται, εκτός από θέματα στρατηγικής, να λύσει και κάποια ζητήματα τακτικής.   

Και ενώ το μεν ΚΚΕ οδεύει προς ένα συνέδριο (ο εσωκομματικός διάλογος του οποίου θα πρέπει να γίνει case study βαθύτατου προβληματισμού και δημοκρατικότητας, ειδικά από εκείνα τα κόμματα που διατυμπανίζουν τη δημοκρατικότητα τους στήνοντας ταυτόχρονα χωρίς αιδώ στημένα συνέδρια, ή συνέδρια φιέστες), δίνοντας την αμυδρή έστω ελπίδα στα μέλη και τους ψηφοφόρους του πως εκεί θα λυθούν επιτέλους και κάποια ζητήματα τακτικής που τόσο έχει ανάγκη το κόμμα, ο ΣΥΡΙΖΑ οδεύει προς ένα ραντεβού στα τυφλά με την εξουσία. Χωρίς σχέδιο, χωρίς πρόγραμμα, χωρίς έστω κάποια ψήγματα στρατηγικής.

Η εντύπωση που δίνει το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι εκείνη του αγχωμένου ατόμου που πνιγμένο από τα καθημερινά του προβλήματα αδυνατεί να ανοίξει έστω και για μια στιγμή το ζουμ του εγκεφάλου του και να δει έστω και φευγαλέα τη μεγάλη εικόνα. Ένα κόμμα αγχωμένο, που τρέχει γεμάτο αγωνία, ιδρωμένο από την προσπάθεια να ανταπεξέλθει στις καθημερινές προκλήσεις και να παίξει με μια κάποια επάρκεια ένα παιχνίδι, τους κανόνες του οποίου, καθώς είναι οι άλλοι που τους βάζουν, εύκολα τους αλλάζουν με αποτέλεσμα να τρέχει να προλάβει εξελίξεις που το ξεπερνούν.

Αυτό που εκτόξευσε τον ΣΥΡΙΖΑ από το 4% στο 27% ήταν η δυναμική της ελπίδας πως αυτό το κόμμα, που έφερε μαζί του την ιστορική εμπειρία της Αριστεράς συνταιριάζοντας την σε αγαστή αρμονία με τις σύγχρονες ανησυχίες της, θα μπορούσε να δώσει, όχι μια πρόσκαιρη λύση στην κρίση, αλλά μια συγκροτημένη απάντηση στην ουσία των ερωτήσεων που έθετε διαχρονικά η ελληνική κοινωνία σε ό,τι αφορά τόσο το πολιτικό της σύστημα, όσο και τη θέση της στον κόσμο. Η στασιμότητα που παρουσιάζουν τα εκλογικά του ποσοστά και η εμφανής αδυναμία του να κινητοποιήσει τον κόσμο του, είναι αποτέλεσμα μιας μεγάλης και βαθιάς απορίας που εύκολα μπορεί να μετατραπεί σε δυσπιστία.

Στην πραγματικότητα η ελληνική κοινωνία έχει αντιληφθεί πολύ καλύτερα και πολύ καθαρότερα από όσο το έχει αντιληφθεί σύσσωμη η πολιτική τάξη της χώρας, πως δεν υπάρχει πλέον πρόσκαιρη λύση στην κρίση, παρά μόνο μέσα από τη ριζική ανατροπή του πολιτικού (και ίσως του κοινωνικού) συστήματος και πως όλο το παιχνίδι παίζεται προς ποια κατεύθυνση θα οδηγήσει αυτή η ανατροπή. Στο σημείο που βρίσκεται σήμερα η ελληνική κοινωνία υπάρχουν μόνο δύο δρόμοι: Αριστερά, ή δεξιά. Έχοντας αριστερά της μια εναλλακτική που δεν την πείθει πως έχει σχέδιο και στρατηγική για το αύριο και δεξιά της τον τρόμο, μένει προς το παρόν στάσιμη και αδρανής δίνοντας πολιτικό χρόνο στους κυβερνώντες αν και γνωρίζει πέρα από κάθε αμφιβολία πως ο χρόνος που τους παρέχει δουλεύει εις βάρος της.     

Αν ο ΣΥΡΙΖΑ θέλει πραγματικά να άρει από τον κόσμο το πέπλο της μεγάλης απορίας και να απομακρυνθεί από τον κίνδυνο να μετατραπεί απότομα (και με τραγικά αποτελέσματα) σε μια μεγάλη και θανάσιμη δυσπιστία, θα πρέπει άμεσα να αφήσει κατά μέρους τα παιχνίδια τακτικής και να ασχοληθεί με τη στρατηγική, δηλαδή με την ουσία. Να διατυπώσει ένα ξεκάθαρο σχέδιο ανατροπής και όχι μια αρλούμπα διαχείρισης ενός σάπιου συστήματος και να εμπιστευτεί το κριτήριο του κόσμου.

Ας θυμηθούν για λίγο εκεί στην ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ πως η ελληνική κοινωνία τους έδωσε ένα τρομακτικό για τα δεδομένα τους εκλογικό νούμερο, όταν κοιτάζοντας προς το μέρος τους έβλεπε ακόμα ένα ριζοσπαστικό, ανατρεπτικό, σχεδόν τρομακτικά αντισυμβατικό κίνημα με ξεκάθαρο σχέδιο και στρατηγική με μία και μοναδική προοπτική: την πλήρη ανατροπή. Ας θυμηθούν και ας αναλογιστούν γιατί σήμερα η ελληνική κοινωνία έχει μείνει άναυδη, αδρανής και άφωνη, βλέποντας καθημερινά ένα τσούρμο αγχωμένων τηλεπροσώπων να προσπαθούν με κάθε τρόπο να την πείσουν πως όχι μόνο δεν είναι τόσο ριζοσπαστικοί, ανατρεπτικοί και αντισυμβατικοί όσο πίστεψε, αλλά και πως δεν έχουν κανένα σχέδιο και καμιά στρατηγική που να περιλαμβάνει μέσα της την απεχθή ιδέα της όποιας ανατροπής.

ΚΑΦΕΣ VS ΤΣΙΓΑΡΟ

Image

Σε αυτά τα καταπληκτικά εργαλεία αποτελεσματικής προπαγάνδας, τις αμερικάνικες τηλεοπτικές σειρές με τα εκατομμύρια φανατικούς θεατές σε όλο τον κόσμο, όταν ο σεναριογράφος θέλει να κάνει από την αρχή ξεκάθαρο στον υποψιασμένο τηλεθεατή το ποιος είναι ο κακός της ιστορίας, έχει έναν απλό και αλάθητο τρόπο: τον δείχνει να καπνίζει. Αυτή η απλή μέθοδος είναι τόσο αποτελεσματική που τη χρησιμοποιούν ακόμα και όταν θέλουν να «μπερδέψουν» ή να «δυσκολέψουν» τον υποψιασμένο τηλεθεατή. Σε αυτή την περίπτωση βάζουν ένα τόσο αμφιλεγόμενο χαρακτήρα που ενώ είναι καπνιστής (άρα σίγουρα ο κακός της υπόθεσης), στο τέλος κάνουν την «ανατροπή» και ανακηρύσσουν κακό έναν καθώς πρέπει χαρακτήρα – δηλαδή έναν μη καπνιστή!

 Στον αντίποδα του «κακού», που είναι οπωσδήποτε και μανιώδης καπνιστής, στέκει ο καλός, που είναι οπωσδήποτε «μανιώδης καταναλωτής καφεΐνης». Θα έχετε προσέξει πως δεν υπάρχει καθώς πρέπει σειρά ή ταινία που δείχνει τη ζωή στις αμερικανικές μεγαλουπόλεις (με αποκορύφωμα φυσικά αυτές που διαδραματίζονται στη Νέα Υόρκη) όπου ο γιάπης, ο μπάτσος, ο καλλιτέχνης, ή ακόμα και ο απλός, πλην τίμιος αμερικανός πολίτης δεν σταματάει σε ένα καφέ για να πάρει έναν κουβά ξεχειλισμένο από καφεΐνη. Ο ξεκάθαρος συμβολισμός, το μήνυμα που «κρύβεται» πίσω από όλους αυτούς τους κουβάδες καφέ που περνάνε μπροστά από την κάμερα και καταλήγουν στις μικρές και μεγάλες οθόνες μας και φυσικά στο υποσυνείδητο μας, είναι πως δεν πίνουμε καφέ, αλλά καταναλώνουμε καφεΐνη με τις οκάδες. Θα έχετε προσέξει επίσης πως η κατανάλωση καφέ γίνεται πάντα σε ατομικό επίπεδο (ο ήρωας παραγγέλνει έναν κουβά που τον παίρνει και τον πίνει μόνος του, είτε στη δουλειά, είτε καθισμένος σε κάποιο παγκάκι). Εν ολίγοις, δεν έχει καμιά σχέση με τον κοινωνικό χαρακτήρα του καφέ που συναντάμε στις δικές μας «υπανάπτυκτες» κοινωνίες, όπου πίνω καφέ σημαίνει και άραγμα με τις ώρες σε υπαίθρια καφέ, συζήτηση, πλάκα, παρέες, τσιγάρο και κοινωνική συναναστροφή.

 Τι συμβαίνει λοιπόν; Το λόμπυ του καφέ είναι τόσο δυνατό πλέον που μπαίνει δυναμικά και με φόρα στο προσκήνιο και κατακλύζει κάθε παραγωγή στο Χόλυγουντ; Μπορεί. Εμείς ωστόσο ψυλλιαζόμαστε πως υπάρχουν κάποια άλλα, πιο «μυστηριώδη», πιο «κοινωνικά» και εν τέλει, πιο «ταξικά» κίνητρα. (Εδώ, οι νεοφιλελέδες φίλοι μας μπορούν να ανατριχιάσουν ελεύθερα).      

 Κίνητρο πρώτο. Σε μια κοινωνία εκτεταμένων απαγορεύσεων (τσιγάρο, χασίς, κλπ) πρέπει να υπάρχει μια ουσία που να επιτρέπει στο μέσο άνθρωπο να αναπληρώνει με κάποιο τρόπο (με «θετικό τρόπο» όπως θα δούμε παρακάτω) την αδήριτη ανάγκη του να εθίζεται σε ουσίες που του προκαλούν οιουδήποτε είδους διέγερση, ευφορία, ευχαρίστηση, χαλάρωση, κλπ. Γιατί όμως θα προτιμούσε μια κοινωνία, ή ένα κράτος έναν πολίτη εθισμένο στην καφεΐνη και όχι στη νικοτίνη, ή στο χασίς;

 Αυτό μας οδηγεί στο δεύτερο κίνητρο. Η καφεΐνη, σε αντίθεση με το τσιγάρο και το χασίς προκαλεί εγρήγορση, είναι διεγερτικό, σε κρατάει ξύπνιο, νευρικό, έτοιμο να αντιδράσεις και να αποδόσεις ξεπερνώντας ακόμα και τα όρια και τις αντοχές σου. Είσαι ας πούμε στη δουλειά και νιώθεις κουρασμένος, πεσμένος, αδύναμος, ανόρεκτος –  άρα μη αποδοτικός; Κατεβάζεις έναν κουβά τίγκα στην καφεΐνη και αυτόματα ανεβάζεις στροφές, πατάς γκάζι, πετάς σπίθες, γίνεσαι μια ακόμα πιο καλοκουρδισμένη και καλορυθμισμένη μηχανή – ένας υποδειγματικός υπάλληλος.

 Κίνητρο τρίτο. Η καφεΐνη σε κρατά προσγειωμένο και μάλιστα με την φαντασία σου σε αδράνεια, σε αντίθεση με το χασίς ας πούμε, που σε απογειώνει και ενεργοποιεί τη φαντασία και το όνειρο. Ποιο μηχάνημα χρειάστηκε ποτέ τη φαντασία για να αποδώσει; – Και ποιο κράτος επιθυμεί έναν πολίτη με φαντασία;

 Κίνητρο τέταρτο. Η καφεΐνη φαίνεται πως δρα ευεργετικά σε αυτό που μάθαμε να ονομάζουμε υγεία. Η χρήση της φαίνεται να προσομοιάζει με εκείνη του λαδιού στον κινητήρα. Όπως ένα καλό λάδι παρέχει τη δυνατότητα στον κινητήρα να εργάζεται ακατάπαυστα και με κρύο και με ζέστη, έτσι και η καφεΐνη βοηθά τον άνθρωπο-μηχάνημα να δουλεύει περισσότερες ώρες, αγόγγυστα και ξεπερνώντας τα ίδια του τα όρια και τις αντοχές του, χωρίς να προκαλεί επιζήμιες (για τις ασφαλιστικές) βλάβες στον κινητήρα. Κάτι ελάχιστες βλάβες στον χαρακτήρα (άυπνος και νευρωτικός) και στα νεύρα (σπαστικός) αντιμετωπίζονται εύκολα (και με αυξημένη κερδοφορία) με τα ανάλογα υπνωτικά, αντικαταθλιπτικά και με τακτικές επισκέψεις στον ψυχολόγο.

 Αυτό είναι ένα καλό σημείο για να επισημάνουμε την ειδοποιό διαφορά των δικών μας «υπανάπτυκτων» κοινωνιών με τις σύγχρονες κοινωνίες-πρότυπα που μας διαφημίζουν οι λάτρεις του εκσυγχρονισμού. Στις δικές μας λοιπόν υπανάπτυκτες και αναχρονιστικές κοινωνίες, που έχουμε μάθει τους εθισμούς μας να τους βιώνουμε στην ηδονιστική και όχι στη χρηστική τους διάσταση, όπου γίνομαι ντίρλα δεν σημαίνει πως παίρνω ένα μπουκάλι ουίσκι και το πίνω μόνος μου στο κλειστοφοβικό μου διαμέρισμα, αλλά πίνω βαρέλια σε ταβέρνες με φίλους, ή σε μπαράκια με παρέα. Όπου φτιάχνομαι σημαίνει πως το τσιγαριλίκι κάνει κύκλους σε μια παρέα εκστασιασμένη με τη μουσική ή λυμένη στα γέλια με μαλακίες. Όπου πίνω καφέ σημαίνει άραγμα με τις ώρες, άπλωμα σε τρεις καρέκλες και παρέα που αυξομειώνεται καθώς περνούν οι ώρες και πότε μικραίνει, πότε μεγαλώνει και φαίνεται πως ποτέ δεν τελειώνει. Σε αυτές λοιπόν τις κοινωνίες, ο ερεθισμός που προκαλεί στο σώμα και στο πνεύμα η καφεΐνη, αρμονικά ισορροπείται από τον κατευνασμό που προσφέρει το τσιγάρο (που στη συντριπτική πλειοψηφία αποτελεί για μας απαραίτητο συνοδευτικό), μειώνοντας έτσι την ανάγκη για υπνωτικά, αντικαταθλιπτικά και ψυχολόγους. Για να μη μιλήσουμε φυσικά και για τις ακόμα πιο αναχρονιστικές περιπτώσεις όπου αμέσως μόλις τελειώνει ο καφές, αρχίζει να ρέει το τσίπουρο και ο μεζές και όπου από τη διέγερση περνάμε στον κατευνασμό και από κει στη μέθη και η μέρα τελειώνει με έναν βαθύ, μακάριο και απολαυστικό ύπνο – κακές συνήθειες που κλείνουν ιατρεία και σπρώχνουν ψυχολόγους στην ανεργία.

 Αν συμφωνήσουμε πως η εκ πρώτης όψεως εμμονική, επαναλαμβανόμενη καταγραφή μιας συμπεριφοράς στις παραγωγές του Χόλυγουντ δεν είναι τόσο αθώα όσο φαίνεται, αλλά κρύβει πίσω της την προσπάθεια να επιβληθεί στο κοινό ένας συγκεκριμένος τρόπος ζωής (κάτι που είναι και απόλυτα εμφανές, αλλά και δηλωμένο στην περίπτωση π.χ. του καπνίσματος, όπου το Χόλυγουντ έχει ξεκάθαρα παραδεχτεί πως συμμετέχει με τον τρόπο του – δηλαδή μέσω της δαιμονοποίησης του καπνίσματος – στην εκστρατεία ενάντια στο κάπνισμα), τότε θα πρέπει να παραδεχτούμε πως αυτή η θεοποίηση της καφεΐνης δεν είναι τυχαία. Στην πιο «αθώα» της μορφή, είναι η (καθόλου δωρεάν) υπηρεσία που προσφέρει το Χόλυγουντ στις εταιρείες καφέ. Στη λιγότερο αθώα εκδοχή της είναι ο τρόπος του συστήματος να παράγει συμπεριφορές που ταιριάζουν με το πρότυπο του καλού πολίτη, που στις κοινωνίες που ζούμε σημαίνει ο καλά διατηρημένος άνθρωπος-μηχανή που δουλεύει ακατάπαυστα και παράγει ακούραστα και αγόγγυστα υπεραξία.

 Σε αυτόν τον πολίτη-πρότυπο δεν έχει θέση το χασίς ή νικοτίνη, παρά μόνο η καφεΐνη. Κουβάδες καφεΐνη.