Ο Ζάλογγος και η Πόλη

ImageΕίναι γνωστό πως όσο ο άνθρωπος γερνάει, τόσο το ενδιαφέρον του στρέφεται προς το παρελθόν. Κατακλύζεται από αναμνήσεις και ζει ξανά και ξανά στιγμές της νιότης του και της παιδικής του ηλικίας. Θυμάται με απέραντη νοσταλγία ακόμα και τα άσχημα περιστατικά της ζωής του, ενώ όταν τα περιγράφει τα μάτια του γυαλίζουν από χαρά και συγκίνηση και η διήγηση του τελειώνει πάντα με έναν βαθύ αναστεναγμό και την κλασική ρήση: Αχ! αναστενάζει ο γέροντας, περασμένα μεγαλεία διηγώντας τα να κλαις.

Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει σε όλους τους γερασμένους οργανισμούς. Όπως ακριβώς ο γέροντας παύει να ασχολείται με το παρόν, που του φαίνεται όχι μόνο ανούσιο, αλλά και βασανιστικό (λογής αρρώστιες, πίεση, φάρμακα, γιατροί, πιθανές ασθένειες) και το μέλλον πιο ζοφερό ακόμα από το παρόν, έτσι συμβαίνει και με τις γερασμένες κι ετοιμοθάνατες κοινωνίες.

Η ελληνική κοινωνία, βαθιά άρρωστη για πολλά χρόνια, με έναν γερασμένο και καταθλιπτικό πληθυσμό, είναι φυσικό να παρουσιάζει όλα τα συμπτώματα ενός οργανισμού σε σήψη. Όπως ο γέρος, που ανίκανος να ονειρευτεί ένα ελπιδοφόρο μέλλον και να διαχειριστεί ένα αξιοπρεπές παρόν, καταφεύγει σε ονειροπολήσεις ενός αμφιβόλου ποιότητας εξευμενισμένου παρελθόντος, έτσι και η γερασμένη ελληνική κοινωνία μη μπορώντας να διαχειριστεί το παρόν, καταφεύγει στη στοργική αγκάλη ενός ηρωϊκού και ένδοξου παρελθόντος.

Για τον Έλληνα δεν έχει καμιά σημασία το γεγονός πως σήμερα λειτουργεί ως ραγιάς, σαν τον χαρακτήρα δηλαδή που μισεί περισσότερο στις ιστορίες του παρελθόντος. Λίγο τον νοιάζει αν τον κυβερνούν προσκυνημένοι και ανίκανοι κυβερνήτες που έχουν εκχωρήσει και το τελευταίο ψήγμα εθνικής ανεξαρτησίας σε κερδοσκόπους και δανειστές. Αντέχει όπως φαίνεται να ζει σαν σκλάβος, άνεργος και χωρίς ελπίδα για αυτόν και τα παιδιά του. Αλλά προς Θεού! Δεν θα επιτρέψει σε κανέναν να αγγίξει και να μειάνει το ηρωϊκό και ένδοξο παρελθόν του!

Χθες βγήκαν τα μαχαίρια για την Πόλη, σήμερα για τον Χορό του Ζαλόγγου. Από τη μια οι κολλημένοι στην ιστορία που άκουσαν από τα χείλη των γονιών και των δασκάλων τους (αληθινή, ψεύτικη, μύθος ή πραγματικότητα, άσχετο) και από την άλλη οι ανελέητοι αναμορφωτές, οι προοδευτικοί πάσης φύσεως και αποφύσεως. Οι ταλιμπάν της συντήρησης, ενάντια στους ταλιμπάν του διαφωτισμού. Να κονταροχτυπιούνται πάνω στο θνήσκον σώμα της χώρας για το αν η ιστορία της Κερκόπορτας ήταν αληθινή, ή αν οι Σουλιώτισσες χόρεψαν το χορό του Ζαλόγγου!

Οι μεν να προσπαθούν να κρύψουν πίσω από ένα ένδοξο παρελθόν τα κουρέλια που ντύνουν το παρόν του και οι δε χαιρέκακα να τους τραβάν το παραβάν να δουν ντε και καλά πως και στο παρελθόν κουρέλια ήταν τα παλάτια τους. Φυσικά καμιά πλευρά δεν συνειδητοποιεί πως όλη αυτή η πολεμική δεν είναι τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από την αγωνιώδη προσπάθεια και των δύο πλευρών να κρύψουν πίσω από ένα καινούργιο παραβάν (δήθεν πατριωτισμού οι μεν, δήθεν διαφωτισμού οι δε) την απόλυτη ανικανότητα τους να διαχειριστούν το παρόν και να παράγουν ιδέες και επιχειρήματα για το μέλλον.

Η αλήθεια είναι πως σε δύσκολες ιστορικά στιγμές οι “μύθοι” αυτοί βοήθησαν ώστε να υψωθεί το καταρρακωμένο ηθικό αυτού του λαού, άρα λειτούργησαν θετικά. Αν η στιγμή είναι κατάλληλη για να καταρριφθούν τώρα που άλλη μια φορά το ηθικό βρίσκεται στα Τάρταρα, ας το κρίνει ο καθένας από το μετερίζι του. Το γεγονός πάντως πως η συζήτηση ξεκινά μέσα από τους κόλπους μιας δήθεν αριστεράς που συμμετέχει ανερυθρίαστα στο ξεπούλημα της χώρας σε αγαστή κυβερνητική συνεργασία με την πιο μισαλόδοξη ακροδεξιά, ας προβληματίσει όποιον θέλει να προβληματιστεί.

Η κρυφή γοητεία της κοπρολαγνείας

Image

Ο ντόρος που γίνεται το τελευταίο διάστημα με τη Χρυσή Αυγή είναι πολύ μεγάλος για να είναι τυχαίος. Αν αναλογιστεί κανείς πως στην ουσία δεν περνάει ούτε μέρα χωρίς να υπάρχει έστω και μία αναφορά σε αυτό το μόρφωμα, θα καταλάβει πως μιλάμε για ένα φαινόμενο που δεν μπορεί να το προσπεράσει κανείς εύκολα.

Όλος αυτός ο ντόρος μπορεί να έχει δύο ερμηνείες. Ή ότι το σύστημα προμοτάρει ανερυθρίαστα τη φασιστική αυτή οργάνωση ποντάροντας πάνω της όλα του τα χαρτιά για να ανακόψει την πορεία του ΣΥΡΙΖΑ (της Αριστεράς) προς την εξουσία, ή ότι υπάρχει ένα ορμητικό κοινωνικό ρεύμα που οδεύει με βήμα ταχύ προς τον φασισμό και αυτό το ρεύμα δεν μπορεί να ανακοπεί με τίποτα.

Η γνώμη μου είναι πως ισχύουν και τα δυο. Υπάρχει ένα μεγάλο κομμάτι του ελληνικού λαού που εκφασίζεται ραγδαία και αυτό το φαινόμενο εξυπηρετεί υπέροχα το διαφθαρμένο πολιτικό σύστημα που το προμοτάρει ανάλογα. Στο παιχνίδι αυτό συμμετέχει χωρίς να το καταλαβαίνει και το λεγόμενο αντιφασιστικό κίνημα, ένα κίνημα που στη μεγάλη του πλειοψηφία δρα κυρίως καταγγελτικά, δίνοντας βήμα και διέξοδο στον βόθρο να βγει στην επιφάνια και στα φώτα της δημοσιότητας.

Εδώ καλό είναι να υπογραμμίσουμε πως όποιος συνεχίζει ακόμα να πιστεύει πως “ξεσκεπάζοντας” την πραγματική φύση αυτού του μορφώματος, αποδεικνύοντας δηλαδή με στοιχεία και ντοκουμέντα τη ναζιστική του ιδεολογία, το χτυπάει και το αποδυναμώνει πλανάται πλάνην οικτράν. Η ελληνική κοινωνία γνωρίζει είτε συνειδητά, είτε ενστικτωδώς πολύ καλά περί τίνος πρόκειται και το κομμάτι εκείνο που το ακολουθεί, το στηρίζει και το ψηφίζει το κάνει απολύτως συνειδητά γνωρίζοντας πως υποστηρίζει, ακολουθεί και ψηφίζει ένα φασιστικό, δολοφονικό, τρομοκρατικό μόρφωμα.

Είναι πιθανόν ένα μεγάλο τμήμα του κόσμου της αριστεράς, παρασυρμένο ίσως από ρομαντικές ιδέες περί εκείνου του “ηρωϊκού” λαού που πολέμησε και νίκησε τον φασισμό, να αδυνατεί να πιστέψει πως αυτός ο ίδιος λαός σήμερα μπορεί με τόση ευκολία να ασπαστεί τη φασιστική ιδεολογία. Συνεχίζει να πιστεύει πως ο κόσμος έχει παρασυρθεί από το δήθεν αντισυστημικό προσωπείο της Χρυσής Αυγής και δεν έχει καταλάβει περί τίνος πρόκειται και πως αν τον ενημερώσουν επαρκώς με καθημερινές παρεμβάσεις που σκοπό έχουν να αναδείξουν το άσχημο και βρωμερό πυθμένα του βούρκου, οι παραπλανηθέντες θα ανανήψουν και θα αποστρέψουν το πρόσωπο από τον σατανά. Τι απλοϊκότης!

Στη φάση που βρίσκεται αυτή τη στιγμή το φασιστικό κίνημα στην Ελλάδα, κάθε προβολή, θετική ή αρνητική (με την αρνητική να το προμοτάρει ακόμα περισσότερο), κάθε καταγγελία, κάθε επίθεση που δέχεται είναι σαν μια ένεση από κοκτέηλ ορμονών που το βοηθάει να αναπτύσεται πιο γρήγορα.

Ο φασισμός σήμερα στην Ελλάδα δεν αντιμετωπίζεται ούτε με καταγγελίες, ούτε με εκστρατείες διαφωτισμού του παραπλανημένου λαού, ούτε φυσικά και με το δόγμα του “θα σας ταράξουμε στη νομιμότητα”. Ο φασισμός μπορεί να ανακοπεί μόνο με δυναμική παρέμβαση. Κι όταν λέμε δυναμική παρέμβαση εννοούμε να βγει μπροστά η Αριστερά, αποβάλλοντας όλα τα κόμπλεξ νομιμοφροσύνης και να συγκρουστεί ευθέως τόσο με το κατεστημένο πολιτικό σύστημα, όσο και με το φασισμό, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα το αντισυστημικό, αντικαπιταλιστικό της πρόσωπο δίνοντας άμεσα διέξοδο στο αδιέξοδο που έχει οδηγηθεί ο ελληνικός λαός.

Όσο η Αριστερά θα δρα περιχαρακωμένη εντός κοινοβουλίου και εκτός κοινωνίας, καταγγέλοντας και φορώντας το στενό κοστούμι της “νομιμότητας”. Όσο η Αριστερά δεν συγκρούεται στους δρόμους, στις απεργίες, στην κοινωνία. Όσο το μεγάλο κομμάτι της Αριστεράς, ο ΣΥΡΙΖΑ συνεχίζει να μοιάζει όλο και περισσότερο με τα υπόλοιπα συστημικά κόμματα χάνοντας διαρκώς μέρος της γοητείας του αντισυστημικού, αντικομφορμιστικού κινήματος όπως διαγράφηκε τον Δεκέμβρη του 2008 και καταγράφηκε στις δυναμικές κινητοποιήσεις των αγανακτισμένων το Συντάγματος που τον έφερε στο 27%, ο φασισμός θα αναπτύσσεται και θα δυναμώνει.

Μέσα στην καθημαγμένη ελληνική κοινωνία, το καλύτερο λίπασμα για να ανθίσει ο φασισμός στο εύφορο χωράφι ενός θυμωμένου λαού που διψάει για αίμα, είναι η διαρκής καταγγελία και η μεγένθυση της εικόνας του τρόμου που προκαλεί. Όσο πιο πολύ αίμα, όσο πιο πολύ βία θα προβάλλουν τα δελτία των καθεστωτικών μέσων τόσο πιο ελκυστική θα γίνεται η εικόνα του φασισμού για ένα κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας. Όσο θα κρατάει και θα εξελίσσεται αυτή η ιλαροτραγωδία του “αντιρατσιστικού νομοσχεδίου”, τόσο θα ανθίζει το χαμόγελο στα χείλη των Μιχαλολιάκων και θα τρίβουν τα χέρια τους οι διαχειριστές του συστήματος.

Αφήστε επιτέλους τη Χρυσή Αυγή στο σκοτάδι της. Στο κάτω, κάτω δεν είναι και κακό που το ανακάτεμα του βόθρου έβγαλε στην επιφάνεια όλα τα κρυμμένα σκατά που μερικές φορές άοσμα και αθόρυβα ζούσαν δίπλα μας. Το να ξέρεις πως ο διπλανός σου είναι κουράδα είναι μια καλή γνώση που σε προφυλάσσει από την πιθανότητα να την πατήσεις και να βρωμίσεις. Με το να τον προβάλλεις όμως διαρκώς με τη δικαιολογία της καταγγελίας διακινδυνεύεις να τον μετατρέψεις σε μια δημοφιλή κουράδα, σπρώχνοντας άθελα σου τον κόσμο προς την κοπρολαγνεία.

Ελληνική πανίδα

 

Image

Αυτόν τον Γκρεκ Πάλαστ δεν τον ξέρω. Τον αγάπησα όμως από τις πρώτες λέξεις του άρθρου του για την «ατυχή» του συνάντηση με τον Πάγκαλο με τίτλο «Έτσι εκνεύρισα τον Πάγκαλο», όπου περιγράφει τον εκνευρισμό του πολιτικού σε ερωτήσεις που δεν συνηθίζουν να του κάνουν οι έλληνες δημοσιογράφοι που τον προσκαλούν συχνά, πυκνά για αθώα και ακίνδυνη κουβεντούλα αλιεύοντας συνήθως προκλητικές λόγω της εμφανούς αναισθησίας του ανθρώπου δηλώσεις και τηλεθέαση. Ερωτήσεις του τύπου αν έπρεπε να έχει την τύχη του πρωθυπουργού της Ισλανδίας που βρίσκεται στη φυλακή ως υπεύθυνος για την πτώχευση της χώρας του δεν γίνονται αποδεκτές από τον κύριο Πάγκαλο (όπως άλλωστε και σύσσωμο το πολιτικό προσωπικό της χώρας) που αντιδρά πάντα με απειλές τραμπούκου και γρυλίσματα.

Βέβαια το γεγονός ότι αποκαλεί χοντρομπάσταρδο μια προσωπικότητα σαν τον Πάγκαλο ακούγεται και είναι ίσως λιγάκι χοντρό. Από την άλλη όμως, αν το σκεφτεί κανείς λίγο περισσότερο καταλήγει εύκολα στο συμπέρασμα ότι  είναι ένας χαρακτηρισμός αντάξιος και του όγκου και του χαρακτήρα, και κυρίως, του ήθους που χαρακτηρίζει τον άνδρα.

Σε οποιαδήποτε άλλη χώρα του κόσμου, οποιοσδήποτε πολιτικός που θα είχε όγκο και ρόλο ανάλογο με αυτόν του Πάγκαλου στη διακυβέρνηση, την καταλήστευση και εντέλει στη πτώχευση της χώρας του δεν θα τολμούσε να βγάλει κιχ. Στη χώρα όμως της φαιδράς πορτοκαλέας ο Πάγκαλος  όχι μόνο μίλησε, όχι μόνο μετέτρεψε τα θύματα σε θύτες με το περίφημο «μαζί τα φάγαμε», αλλά βρήκε και ευήκοα ώτα σε μια μεγάλη μερίδα του πληθυσμού. Καμιά έκπληξη φυσικά. Οι Πάγκαλοι στην Ελλάδα ενδημούν κατά χιλιάδες. Αυτά τα παχύδερμα είναι ίσως οι μεγαλύτεροι και πλέον ανθεκτικοί σε κάθε αλλαγή ενδημικοί πληθυσμοί στην πανίδα αυτής της χώρας.

Για ποιον χτυπάει η καμπάνα;

junta3

Δεν τυγχάνει να ζω στην επικράτεια του θαυμαστού μητροπολίτη Αμβρόσιου και δεν γνωρίζω αν όντως χτυπούν ολημερίς πένθιμα οι καμπάνες της επιχείρησης του, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την πρόθεση που κυρίου υπουργού δικαιοσύνης να φέρει στη Βουλή προς ψήφιση το λεγόμενο «αντιρατσιστικό νομοσχέδιο». Ένα νομοσχέδιο που φαίνεται πως θα περάσει από σαράντα κύματα και άλλα τόσα πλυντήρια πριν φτάσει, αν φτάσει ποτέ, στην ολομέλεια της Βουλής.

Αυτές τις μέρες σκέφτομαι πως αν αυτός ο οργανισμός που ονομάζεται Εκκλησία ήταν αρκούντως σοβαρός και αν διέθεται έναν ελάχιστο σεβασμό απέναντι στην ίδια του τη διδασκαλία-φιλοσοφία, θα είχε αποβάλει από τους κόλπους του προσωπικότητες σαν αυτή του κυρίου Αμβρόσιου και των άλλων μεγαλόσχημων μισαλόδοξων, φασιστικών και  εν τέλει μισάνθρωπων περσόνων που φορώντας το ράσο κηρύττουν το μίσος και τον φανατισμό απέναντι σε κάθε τι ξένο και διαφορετικό. Είναι ωστόσο γνωστό πως η Εκκλησία δεν φημίζεται ούτε για τη σοβαρότητα της, ούτε για την ευαισθησία της απέναντι σε θέματα που αφορούν την κατάφορη καταπάτηση του Λόγου και των Κανόνων της, οπότε κανείς σώφρων άνθρωπος δεν περιμένει τίποτα από αυτήν.

Σε αυτό το χωράφι που ονομάζεται Ελλάδα και φύονται τα πιο παράξενα φυτά του κόσμου κανένας δεν παραξενεύεται που ακμάζουν και ανθίζουν αυτές οι δηλητηριώδεις τσουκνίδες και αναρριχούνται με τόση ευκολία στα ύπατα αξιώματα ενός οργανισμού με χώμα και περιβαλλοντικές συνθήκες κατάλληλες για την παραγωγή και αναπαραγωγή τους. Άλλωστε δεν πάει και πολύς καιρός από τότε που μια από αυτές τις δηλητηριώδεις τσουκνίδες είχε αναρριχηθεί ως το ύπατο αξίωμα του Διευθύνοντος Συμβούλου (Αρχιεπισκόπου) της επικερδούς αυτής επιχείρησης.

Αυτό που κάνει όμως εντύπωση είναι η μακρόχρονη, ασίγαστη προσπάθεια της μεγάλης πλειοψηφίας των Ελλήνων (πάντα με την αγαστή συνεργασία του κράτους και των κονδυλοφόρων του) να εξωραΐσουν τον  ρόλο της Εκκλησίας σε όλες τις σημαντικές ιστορικές περιόδους αυτού του έθνους. Έτσι, την αγαστή συνεργασία της Εκκλησίας με τους Οθωμανούς κατακτητές ήρθε να σκεπάσει και να καλύψει ο μύθος της αντίστασης και των κρυφών σχολειών. Σε αντίβαρο για τη συνεργασία της με το δικτατορικό καθεστώς του Μεταξά και στη συνέχεια με τους γερμανούς κατακτητές, υπερτονίστηκαν οι πέντε, δέκα εκείνες εξαιρέσεις κληρικών που πήραν μέρος στην Αντίσταση στο πλευρό των ανταρτών. Τη λατρεία σύσσωμου σχεδόν του κλήρου για τη δικτατορία των Απριλιανών προσπάθησαν άκομψα να κρύψουν είτε αποσιωπώντας την, είτε προβάλλοντας κι εδώ έως σημείου υπερβολής τις ελάχιστες και πάλι εξαιρέσεις κληρικών που διαχώρισαν τη θέση τους, ή εν πάση περιπτώσει δεν χόρεψαν μαζί με τους υπόλοιπους το τσάμικο της εθνοσωτηρίου.

Η Εκκλησία λατρεύει τους δικτάτορες και αγαπά τον φασισμό. Και δεν πρέπει να μας εντυπωσιάζει αυτό. Τους λατρεύει γιατί γνωρίζει ενστικτωδώς και ενσυνειδήτως πως για τους παράφρονες φυρερίσκους η επίσημη θρησκεία είναι και θα είναι πάντα ένα αναντικατάστατο εργαλείο χειραγώγησης των μαζών. Για να το καταλάβουμε αυτό καλύτερα θα πρέπει να τους βγάλουμε τα ράσα και να τους δούμε όπως ακριβώς είναι. Κρατικοδίαιτοι γραφειοκράτες, υπάλληλοι του κράτους, χωρίς καμιά λειτουργική σημασία για το ίδιο το κράτος – εννοείται, άλλη από αυτή της διαιώνισης του κράτους και των θεσμών του.

Αυτό που κάνει ο άγιος Αμβρόσιος λοιπόν είναι απολύτως συμβατό με το επάγγελμα που εξασκεί, με τη θέση που κατέχει και τον ρόλο που πληρώνεται από εμάς για να παίζει – που δεν είναι άλλος από τη διαιώνιση του συστήματος και του στάτους κβο. Χτυπάει την καμπάνα για να ξυπνήσει τα πιο βαθιά, ζωώδη, συντηρητικά ένστικτα του ποιμνίου του προειδοποιώντας το πως σε τούτες τις κρίσιμες ιστορικά στιγμές, οφείλει να βγει έγκαιρα από τον λήθαργο του ανθρωπισμού του και να αφυπνίσει μέσα του το κοιμισμένο θηρίο – αυτό το θηρίο της συντήρησης του είδους που του λέει καλύτερα να νιώθεις ασφαλής  μέσ’ το κλουβί σου, παρά να τριγυρνάς ελεύθερος σε άγνωστους δρόμους.

Ας του πιστώσουμε λοιπόν του ανθρώπου πως σε μια περίοδο μεγάλης κρίσης, που εμπεριέχει και όλα τα ενδεχόμενα μιας πλήρους ανατροπής, κάνει κι αυτός ό,τι μπορεί για να περισώσει τα κεκτημένα και το επάγγελμά του. Φαντάζεστε πως μέσα από όλο αυτό το πανηγύρι μπορεί άξαφνα να προκύψει και μια κυβέρνηση που θα προχωρήσει στον πλήρη διαχωρισμό κράτους,  εκκλησίας και θα απαιτήσει να πάψουν να πληρώνονται οι Αμβρόσιοι από μας και να αρχίσουν να πληρώνονται από τα ταμεία των επιχειρήσεων τους; Τώρα, αν για να περισωθεί η θέση και ο μισθός του κάθε Αμβρόσιου απαιτείται και να πέσουν κάμποσες μαχαιριές στα ζεστά, ανυπεράσπιστα κορμιά μελαμψών αλλόθρησκων, τι είναι μερικές ζωές αγνώστων φουκαριάρηδων μπροστά στη διάσωση ενός ολόκληρου κλάδου;