Απόσπασμα

nightscapes_steve_giovinco_fine_art_photo_Dscn1357xx1
Πρόλαβα κι έζησα σε μια εποχή – και μια χώρα – που το απόλυτο σκοτάδι ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μας. Ένα σκοτάδι που δεν το διέκοπτε κανένα φωτεινό σημείο στον ορίζοντα, κανένα τεχνητό φως. Όταν είχε ξαστεριά, ο ουράνιος θόλος ήταν μια άπειρη ζάλη που υπέβαλε στην σκέψη σου όλο το απύθμενο βάθος της. Όταν είχε φεγγάρι, ένα απόκοσμο φως ξυπνούσε όλες τις παλιές δοξασίες, τους κρυμμένους θεούς του σκότους και τις αιθέριες νεράιδες της φαντασίας μας. Όποιος έχει ζήσει αυτή την εμπειρία είναι όσο γίνεται πιο κοντά στην ψυχολογία εκείνων των ανθρώπων που έφτιαξαν μύθους για σκοτεινές υπάρξεις, για κόσμους κρυφούς και ανεξερεύνητους. Καταλαβαίνει κανείς τι τους ώθησε να γεμίσουν τη νύχτα με αθέατα όντα, υποχθόνιες υπάρξεις, σκοτεινές οπτασίες. Και καταλαβαίνει επιπλέον την ανάγκη τους, απέναντι σ’ αυτή την ανησυχία που γεννά το σκοτάδι και η υποβολή της απόκοσμης ζάλης του άπειρου σύμπαντος, να δημιουργήσουν θεούς που ορίζουν και διαφεντεύουν με νόμους και κανόνες αυτό το απόκοσμο όνειρο που είναι ο κόσμος.
Το ίδιο και η νόηση του ανθρώπου, χαμένη καθώς βρέθηκε μέσα στο σκοτάδι της άγνοιας – το πιο πηχτό από όλα τα σκοτάδια, θέλησε να ανασκευάσει τον κόσμο, να πάψει να είναι ένα απόκοσμο και ανεξήγητο όνειρο. Θέλησε να εξηγήσει τον κόσμο – κι αν δεν κατάφερε να τον εξηγήσει, κατάφερε αυτό που ταιριάζει καλύτερα στον άνθρωπο, αυτό που ήξερε να κάνει καλύτερα ο άνθρωπος: τον έκρυψε περίτεχνα, στολίζοντάς τον με μαθηματικές πράξεις, αναγωγές και αξιώματα. Έριξε ένα άπλετο τεχνητό φως στο σύμπαν και έκρυψε το σκοτάδι της άγνοιάς του. Πρόβαλε πάνω στον αχανή ορίζοντα την εικόνα του εγώ του – την εικόνα του -, κρύβοντας όλο το ακατανόητο του μυστηρίου του σύμπαντος.
Απόψε, περπατώντας στην ερημιά του βουνού, άλλη μια φορά όσο γίνεται πιο κοντά σε εκείνο το παλιό σκοτάδι, έχασα οριστικά κάθε βεβαιότητα πως εμείς, οι άνθρωποι του εικοστού πρώτου αιώνα, χιλιάδες χρόνια μετά τα πρώτα ορνιθοσκαλίσματα του ανθρώπου, που προσπάθησε να κατανοήσει τον κόσμο και να καταγράψει τις σκέψεις του για το σύμπαν, είμαστε έστω και μερικά χιλιοστά πιο κοντά στην αλήθεια. Αντίθετα, παραδομένος απόψε στη μαγεία του απόκοσμου, του φυσικού, του πρωτογενούς κόσμου, πείστηκα πως έχουμε απομακρυνθεί εκατομμύρια έτη φωτός από οποιαδήποτε αλήθεια – αν μπορεί κανείς να πει πως μπορεί ποτέ ο άνθρωπος να προσεγγίσει έστω και σε απόσταση απείρου την όποια αλήθεια. Αν μπορεί κανείς να ισχυριστεί, πως υπάρχει κάπου, κάποια αλήθεια, που ζητά από τον άνθρωπο να την ανακαλύψει.
Μέσα στο σκοτάδι του έρημου δρόμου στην πλαγιά του βουνού, μέσα στην φορτισμένη από κρυφές παρουσίες ησυχία της νύχτας, ένα σκυλί με πλησίασε αθόρυβα. Στην αρχή, όταν το είδα ξάφνου κοντά μου, ταράχτηκα και φοβήθηκα. Εκείνο όμως με πλησίασε κουνώντας την ουρά του, δείχνοντάς μου τις φιλικές του διαθέσεις. Ήταν ένα μικρόσωμο κυνηγόσκυλο, μια μικρή μαύρη σκιά που τρίβονταν στα πόδια μου. Έσκυψα και το χάιδεψα. Μου έγλειψε το χέρι. Αναρωτήθηκα τι το έφερε κοντά μου αυτή την σκοτεινή κι απόκοσμη νύχτα. Αναρωτήθηκα αν η περιβόητη αγάπη του σκύλου για τον άνθρωπο δεν είναι παρά οίκτος για ένα ον που βασανίζεται από την αναπηρία της νόησης, που δεν το αφήνει να βιώσει την ύπαρξη σε όλη της την απλότητα όπως κάνουν τα μη έλλογα όντα. Είδα τον σκύλο να μου γλύφει το χέρι προσπαθώντας να γιάνει την πληγή που αφήνει στις καρδιές των φτωχών δίποδων η ασίγαστη ελπίδα να κατανοήσουν γιατί υπάρχουν. Ένιωσα τον οίκτο του σκύλου προς ένα ον που προσπαθεί αιώνια και χωρίς αποτέλεσμα να δώσει μια απάντηση σε μια ερώτηση που κανείς και τίποτα στον κόσμο δεν του ζήτησε να την θέσει.
Είδα τον άνθρωπο. Τον είδα άλλη μια φορά από μακριά, έτσι όπως μόνο από μακριά μπορεί κανείς να τον δει: χαμένο μέσα σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να χωρέσει τη ζωή του, τα όνειρά του, τις ελπίδες του, μέσα στο στενόχωρο και αγχωτικό τικ- τακ των δευτερολέπτων, αυτού του τέρατος που έφτιαξε για να τον υπηρετεί κι εκείνο έγινε αφέντης και κυρίαρχός του. Τον είδα να πνίγεται μέσα σε ένα θεόρατο βουνό από επιθυμίες που σηκώνει μπροστά του για να μη βλέπει τους τοίχους του κελιού που τον κλείνουν από παντού, στενεύοντας διαρκώς γύρω του τα περιθώρια, τον ελάχιστο χώρο και χρόνο που έχει επιτρέψει στον εαυτό του να ζήσει. Τον είδα σαν τον χασάπη να πετσοκόβει σε κομμάτια το εγώ του και να το πετάει στο βαθύ πηγάδι που χάσκει γύρω του, για να θρέψει τα σκυλιά του χρόνου και μετά να εκλιπαρεί να πάρει πίσω τον εαυτό του, με τα μάτια στραμμένα μπροστά, προσηλωμένα στον απύθμενο ουρανό του τίποτα που ονόμασε μέλλον και τον έντυσε με επιθυμίες για να μη χάσκει μπρος στα μάτια του το χάος της ανυπαρξίας του.
Από μακριά, παραδομένος στην αγνότητα του απόλυτου μυστηρίου, του ανεξήγητου “από που” και “προς που”, του ακατανόητου υπάρχειν και του αμόλυντου ζειν, είδα τη φρίκη των υπέροχων επιτευγμάτων του ανθρώπου να τον καταβροχθίζουν. Και τον λυπήθηκα.
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s