Ελληνική πανίδα

 

Image

Αυτόν τον Γκρεκ Πάλαστ δεν τον ξέρω. Τον αγάπησα όμως από τις πρώτες λέξεις του άρθρου του για την «ατυχή» του συνάντηση με τον Πάγκαλο με τίτλο «Έτσι εκνεύρισα τον Πάγκαλο», όπου περιγράφει τον εκνευρισμό του πολιτικού σε ερωτήσεις που δεν συνηθίζουν να του κάνουν οι έλληνες δημοσιογράφοι που τον προσκαλούν συχνά, πυκνά για αθώα και ακίνδυνη κουβεντούλα αλιεύοντας συνήθως προκλητικές λόγω της εμφανούς αναισθησίας του ανθρώπου δηλώσεις και τηλεθέαση. Ερωτήσεις του τύπου αν έπρεπε να έχει την τύχη του πρωθυπουργού της Ισλανδίας που βρίσκεται στη φυλακή ως υπεύθυνος για την πτώχευση της χώρας του δεν γίνονται αποδεκτές από τον κύριο Πάγκαλο (όπως άλλωστε και σύσσωμο το πολιτικό προσωπικό της χώρας) που αντιδρά πάντα με απειλές τραμπούκου και γρυλίσματα.

Βέβαια το γεγονός ότι αποκαλεί χοντρομπάσταρδο μια προσωπικότητα σαν τον Πάγκαλο ακούγεται και είναι ίσως λιγάκι χοντρό. Από την άλλη όμως, αν το σκεφτεί κανείς λίγο περισσότερο καταλήγει εύκολα στο συμπέρασμα ότι  είναι ένας χαρακτηρισμός αντάξιος και του όγκου και του χαρακτήρα, και κυρίως, του ήθους που χαρακτηρίζει τον άνδρα.

Σε οποιαδήποτε άλλη χώρα του κόσμου, οποιοσδήποτε πολιτικός που θα είχε όγκο και ρόλο ανάλογο με αυτόν του Πάγκαλου στη διακυβέρνηση, την καταλήστευση και εντέλει στη πτώχευση της χώρας του δεν θα τολμούσε να βγάλει κιχ. Στη χώρα όμως της φαιδράς πορτοκαλέας ο Πάγκαλος  όχι μόνο μίλησε, όχι μόνο μετέτρεψε τα θύματα σε θύτες με το περίφημο «μαζί τα φάγαμε», αλλά βρήκε και ευήκοα ώτα σε μια μεγάλη μερίδα του πληθυσμού. Καμιά έκπληξη φυσικά. Οι Πάγκαλοι στην Ελλάδα ενδημούν κατά χιλιάδες. Αυτά τα παχύδερμα είναι ίσως οι μεγαλύτεροι και πλέον ανθεκτικοί σε κάθε αλλαγή ενδημικοί πληθυσμοί στην πανίδα αυτής της χώρας.

Για ποιον χτυπάει η καμπάνα;

junta3

Δεν τυγχάνει να ζω στην επικράτεια του θαυμαστού μητροπολίτη Αμβρόσιου και δεν γνωρίζω αν όντως χτυπούν ολημερίς πένθιμα οι καμπάνες της επιχείρησης του, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την πρόθεση που κυρίου υπουργού δικαιοσύνης να φέρει στη Βουλή προς ψήφιση το λεγόμενο «αντιρατσιστικό νομοσχέδιο». Ένα νομοσχέδιο που φαίνεται πως θα περάσει από σαράντα κύματα και άλλα τόσα πλυντήρια πριν φτάσει, αν φτάσει ποτέ, στην ολομέλεια της Βουλής.

Αυτές τις μέρες σκέφτομαι πως αν αυτός ο οργανισμός που ονομάζεται Εκκλησία ήταν αρκούντως σοβαρός και αν διέθεται έναν ελάχιστο σεβασμό απέναντι στην ίδια του τη διδασκαλία-φιλοσοφία, θα είχε αποβάλει από τους κόλπους του προσωπικότητες σαν αυτή του κυρίου Αμβρόσιου και των άλλων μεγαλόσχημων μισαλόδοξων, φασιστικών και  εν τέλει μισάνθρωπων περσόνων που φορώντας το ράσο κηρύττουν το μίσος και τον φανατισμό απέναντι σε κάθε τι ξένο και διαφορετικό. Είναι ωστόσο γνωστό πως η Εκκλησία δεν φημίζεται ούτε για τη σοβαρότητα της, ούτε για την ευαισθησία της απέναντι σε θέματα που αφορούν την κατάφορη καταπάτηση του Λόγου και των Κανόνων της, οπότε κανείς σώφρων άνθρωπος δεν περιμένει τίποτα από αυτήν.

Σε αυτό το χωράφι που ονομάζεται Ελλάδα και φύονται τα πιο παράξενα φυτά του κόσμου κανένας δεν παραξενεύεται που ακμάζουν και ανθίζουν αυτές οι δηλητηριώδεις τσουκνίδες και αναρριχούνται με τόση ευκολία στα ύπατα αξιώματα ενός οργανισμού με χώμα και περιβαλλοντικές συνθήκες κατάλληλες για την παραγωγή και αναπαραγωγή τους. Άλλωστε δεν πάει και πολύς καιρός από τότε που μια από αυτές τις δηλητηριώδεις τσουκνίδες είχε αναρριχηθεί ως το ύπατο αξίωμα του Διευθύνοντος Συμβούλου (Αρχιεπισκόπου) της επικερδούς αυτής επιχείρησης.

Αυτό που κάνει όμως εντύπωση είναι η μακρόχρονη, ασίγαστη προσπάθεια της μεγάλης πλειοψηφίας των Ελλήνων (πάντα με την αγαστή συνεργασία του κράτους και των κονδυλοφόρων του) να εξωραΐσουν τον  ρόλο της Εκκλησίας σε όλες τις σημαντικές ιστορικές περιόδους αυτού του έθνους. Έτσι, την αγαστή συνεργασία της Εκκλησίας με τους Οθωμανούς κατακτητές ήρθε να σκεπάσει και να καλύψει ο μύθος της αντίστασης και των κρυφών σχολειών. Σε αντίβαρο για τη συνεργασία της με το δικτατορικό καθεστώς του Μεταξά και στη συνέχεια με τους γερμανούς κατακτητές, υπερτονίστηκαν οι πέντε, δέκα εκείνες εξαιρέσεις κληρικών που πήραν μέρος στην Αντίσταση στο πλευρό των ανταρτών. Τη λατρεία σύσσωμου σχεδόν του κλήρου για τη δικτατορία των Απριλιανών προσπάθησαν άκομψα να κρύψουν είτε αποσιωπώντας την, είτε προβάλλοντας κι εδώ έως σημείου υπερβολής τις ελάχιστες και πάλι εξαιρέσεις κληρικών που διαχώρισαν τη θέση τους, ή εν πάση περιπτώσει δεν χόρεψαν μαζί με τους υπόλοιπους το τσάμικο της εθνοσωτηρίου.

Η Εκκλησία λατρεύει τους δικτάτορες και αγαπά τον φασισμό. Και δεν πρέπει να μας εντυπωσιάζει αυτό. Τους λατρεύει γιατί γνωρίζει ενστικτωδώς και ενσυνειδήτως πως για τους παράφρονες φυρερίσκους η επίσημη θρησκεία είναι και θα είναι πάντα ένα αναντικατάστατο εργαλείο χειραγώγησης των μαζών. Για να το καταλάβουμε αυτό καλύτερα θα πρέπει να τους βγάλουμε τα ράσα και να τους δούμε όπως ακριβώς είναι. Κρατικοδίαιτοι γραφειοκράτες, υπάλληλοι του κράτους, χωρίς καμιά λειτουργική σημασία για το ίδιο το κράτος – εννοείται, άλλη από αυτή της διαιώνισης του κράτους και των θεσμών του.

Αυτό που κάνει ο άγιος Αμβρόσιος λοιπόν είναι απολύτως συμβατό με το επάγγελμα που εξασκεί, με τη θέση που κατέχει και τον ρόλο που πληρώνεται από εμάς για να παίζει – που δεν είναι άλλος από τη διαιώνιση του συστήματος και του στάτους κβο. Χτυπάει την καμπάνα για να ξυπνήσει τα πιο βαθιά, ζωώδη, συντηρητικά ένστικτα του ποιμνίου του προειδοποιώντας το πως σε τούτες τις κρίσιμες ιστορικά στιγμές, οφείλει να βγει έγκαιρα από τον λήθαργο του ανθρωπισμού του και να αφυπνίσει μέσα του το κοιμισμένο θηρίο – αυτό το θηρίο της συντήρησης του είδους που του λέει καλύτερα να νιώθεις ασφαλής  μέσ’ το κλουβί σου, παρά να τριγυρνάς ελεύθερος σε άγνωστους δρόμους.

Ας του πιστώσουμε λοιπόν του ανθρώπου πως σε μια περίοδο μεγάλης κρίσης, που εμπεριέχει και όλα τα ενδεχόμενα μιας πλήρους ανατροπής, κάνει κι αυτός ό,τι μπορεί για να περισώσει τα κεκτημένα και το επάγγελμά του. Φαντάζεστε πως μέσα από όλο αυτό το πανηγύρι μπορεί άξαφνα να προκύψει και μια κυβέρνηση που θα προχωρήσει στον πλήρη διαχωρισμό κράτους,  εκκλησίας και θα απαιτήσει να πάψουν να πληρώνονται οι Αμβρόσιοι από μας και να αρχίσουν να πληρώνονται από τα ταμεία των επιχειρήσεων τους; Τώρα, αν για να περισωθεί η θέση και ο μισθός του κάθε Αμβρόσιου απαιτείται και να πέσουν κάμποσες μαχαιριές στα ζεστά, ανυπεράσπιστα κορμιά μελαμψών αλλόθρησκων, τι είναι μερικές ζωές αγνώστων φουκαριάρηδων μπροστά στη διάσωση ενός ολόκληρου κλάδου;

ΣΥΡΙΖΑ. ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΣΤΑ ΤΥΦΛΑ

Image

Η κακοδαιμονία της ελληνικής αριστεράς είναι ότι βρίσκεται παγιδευμένη ανάμεσα σε δύο κύρια κόμματα, εκ των οποίων το ένα, χαμένο σε ζητήματα τακτικής αδυνατεί να διαμορφώσει μια στρατηγική και το άλλο, εγκλωβισμένο σε ζητήματα στρατηγικής αδυνατεί ακόμα και να αναγνωρίσει το γεγονός πως ένα κόμμα χρειάζεται, εκτός από θέματα στρατηγικής, να λύσει και κάποια ζητήματα τακτικής.   

Και ενώ το μεν ΚΚΕ οδεύει προς ένα συνέδριο (ο εσωκομματικός διάλογος του οποίου θα πρέπει να γίνει case study βαθύτατου προβληματισμού και δημοκρατικότητας, ειδικά από εκείνα τα κόμματα που διατυμπανίζουν τη δημοκρατικότητα τους στήνοντας ταυτόχρονα χωρίς αιδώ στημένα συνέδρια, ή συνέδρια φιέστες), δίνοντας την αμυδρή έστω ελπίδα στα μέλη και τους ψηφοφόρους του πως εκεί θα λυθούν επιτέλους και κάποια ζητήματα τακτικής που τόσο έχει ανάγκη το κόμμα, ο ΣΥΡΙΖΑ οδεύει προς ένα ραντεβού στα τυφλά με την εξουσία. Χωρίς σχέδιο, χωρίς πρόγραμμα, χωρίς έστω κάποια ψήγματα στρατηγικής.

Η εντύπωση που δίνει το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι εκείνη του αγχωμένου ατόμου που πνιγμένο από τα καθημερινά του προβλήματα αδυνατεί να ανοίξει έστω και για μια στιγμή το ζουμ του εγκεφάλου του και να δει έστω και φευγαλέα τη μεγάλη εικόνα. Ένα κόμμα αγχωμένο, που τρέχει γεμάτο αγωνία, ιδρωμένο από την προσπάθεια να ανταπεξέλθει στις καθημερινές προκλήσεις και να παίξει με μια κάποια επάρκεια ένα παιχνίδι, τους κανόνες του οποίου, καθώς είναι οι άλλοι που τους βάζουν, εύκολα τους αλλάζουν με αποτέλεσμα να τρέχει να προλάβει εξελίξεις που το ξεπερνούν.

Αυτό που εκτόξευσε τον ΣΥΡΙΖΑ από το 4% στο 27% ήταν η δυναμική της ελπίδας πως αυτό το κόμμα, που έφερε μαζί του την ιστορική εμπειρία της Αριστεράς συνταιριάζοντας την σε αγαστή αρμονία με τις σύγχρονες ανησυχίες της, θα μπορούσε να δώσει, όχι μια πρόσκαιρη λύση στην κρίση, αλλά μια συγκροτημένη απάντηση στην ουσία των ερωτήσεων που έθετε διαχρονικά η ελληνική κοινωνία σε ό,τι αφορά τόσο το πολιτικό της σύστημα, όσο και τη θέση της στον κόσμο. Η στασιμότητα που παρουσιάζουν τα εκλογικά του ποσοστά και η εμφανής αδυναμία του να κινητοποιήσει τον κόσμο του, είναι αποτέλεσμα μιας μεγάλης και βαθιάς απορίας που εύκολα μπορεί να μετατραπεί σε δυσπιστία.

Στην πραγματικότητα η ελληνική κοινωνία έχει αντιληφθεί πολύ καλύτερα και πολύ καθαρότερα από όσο το έχει αντιληφθεί σύσσωμη η πολιτική τάξη της χώρας, πως δεν υπάρχει πλέον πρόσκαιρη λύση στην κρίση, παρά μόνο μέσα από τη ριζική ανατροπή του πολιτικού (και ίσως του κοινωνικού) συστήματος και πως όλο το παιχνίδι παίζεται προς ποια κατεύθυνση θα οδηγήσει αυτή η ανατροπή. Στο σημείο που βρίσκεται σήμερα η ελληνική κοινωνία υπάρχουν μόνο δύο δρόμοι: Αριστερά, ή δεξιά. Έχοντας αριστερά της μια εναλλακτική που δεν την πείθει πως έχει σχέδιο και στρατηγική για το αύριο και δεξιά της τον τρόμο, μένει προς το παρόν στάσιμη και αδρανής δίνοντας πολιτικό χρόνο στους κυβερνώντες αν και γνωρίζει πέρα από κάθε αμφιβολία πως ο χρόνος που τους παρέχει δουλεύει εις βάρος της.     

Αν ο ΣΥΡΙΖΑ θέλει πραγματικά να άρει από τον κόσμο το πέπλο της μεγάλης απορίας και να απομακρυνθεί από τον κίνδυνο να μετατραπεί απότομα (και με τραγικά αποτελέσματα) σε μια μεγάλη και θανάσιμη δυσπιστία, θα πρέπει άμεσα να αφήσει κατά μέρους τα παιχνίδια τακτικής και να ασχοληθεί με τη στρατηγική, δηλαδή με την ουσία. Να διατυπώσει ένα ξεκάθαρο σχέδιο ανατροπής και όχι μια αρλούμπα διαχείρισης ενός σάπιου συστήματος και να εμπιστευτεί το κριτήριο του κόσμου.

Ας θυμηθούν για λίγο εκεί στην ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ πως η ελληνική κοινωνία τους έδωσε ένα τρομακτικό για τα δεδομένα τους εκλογικό νούμερο, όταν κοιτάζοντας προς το μέρος τους έβλεπε ακόμα ένα ριζοσπαστικό, ανατρεπτικό, σχεδόν τρομακτικά αντισυμβατικό κίνημα με ξεκάθαρο σχέδιο και στρατηγική με μία και μοναδική προοπτική: την πλήρη ανατροπή. Ας θυμηθούν και ας αναλογιστούν γιατί σήμερα η ελληνική κοινωνία έχει μείνει άναυδη, αδρανής και άφωνη, βλέποντας καθημερινά ένα τσούρμο αγχωμένων τηλεπροσώπων να προσπαθούν με κάθε τρόπο να την πείσουν πως όχι μόνο δεν είναι τόσο ριζοσπαστικοί, ανατρεπτικοί και αντισυμβατικοί όσο πίστεψε, αλλά και πως δεν έχουν κανένα σχέδιο και καμιά στρατηγική που να περιλαμβάνει μέσα της την απεχθή ιδέα της όποιας ανατροπής.

ΚΑΦΕΣ VS ΤΣΙΓΑΡΟ

Image

Σε αυτά τα καταπληκτικά εργαλεία αποτελεσματικής προπαγάνδας, τις αμερικάνικες τηλεοπτικές σειρές με τα εκατομμύρια φανατικούς θεατές σε όλο τον κόσμο, όταν ο σεναριογράφος θέλει να κάνει από την αρχή ξεκάθαρο στον υποψιασμένο τηλεθεατή το ποιος είναι ο κακός της ιστορίας, έχει έναν απλό και αλάθητο τρόπο: τον δείχνει να καπνίζει. Αυτή η απλή μέθοδος είναι τόσο αποτελεσματική που τη χρησιμοποιούν ακόμα και όταν θέλουν να «μπερδέψουν» ή να «δυσκολέψουν» τον υποψιασμένο τηλεθεατή. Σε αυτή την περίπτωση βάζουν ένα τόσο αμφιλεγόμενο χαρακτήρα που ενώ είναι καπνιστής (άρα σίγουρα ο κακός της υπόθεσης), στο τέλος κάνουν την «ανατροπή» και ανακηρύσσουν κακό έναν καθώς πρέπει χαρακτήρα – δηλαδή έναν μη καπνιστή!

 Στον αντίποδα του «κακού», που είναι οπωσδήποτε και μανιώδης καπνιστής, στέκει ο καλός, που είναι οπωσδήποτε «μανιώδης καταναλωτής καφεΐνης». Θα έχετε προσέξει πως δεν υπάρχει καθώς πρέπει σειρά ή ταινία που δείχνει τη ζωή στις αμερικανικές μεγαλουπόλεις (με αποκορύφωμα φυσικά αυτές που διαδραματίζονται στη Νέα Υόρκη) όπου ο γιάπης, ο μπάτσος, ο καλλιτέχνης, ή ακόμα και ο απλός, πλην τίμιος αμερικανός πολίτης δεν σταματάει σε ένα καφέ για να πάρει έναν κουβά ξεχειλισμένο από καφεΐνη. Ο ξεκάθαρος συμβολισμός, το μήνυμα που «κρύβεται» πίσω από όλους αυτούς τους κουβάδες καφέ που περνάνε μπροστά από την κάμερα και καταλήγουν στις μικρές και μεγάλες οθόνες μας και φυσικά στο υποσυνείδητο μας, είναι πως δεν πίνουμε καφέ, αλλά καταναλώνουμε καφεΐνη με τις οκάδες. Θα έχετε προσέξει επίσης πως η κατανάλωση καφέ γίνεται πάντα σε ατομικό επίπεδο (ο ήρωας παραγγέλνει έναν κουβά που τον παίρνει και τον πίνει μόνος του, είτε στη δουλειά, είτε καθισμένος σε κάποιο παγκάκι). Εν ολίγοις, δεν έχει καμιά σχέση με τον κοινωνικό χαρακτήρα του καφέ που συναντάμε στις δικές μας «υπανάπτυκτες» κοινωνίες, όπου πίνω καφέ σημαίνει και άραγμα με τις ώρες σε υπαίθρια καφέ, συζήτηση, πλάκα, παρέες, τσιγάρο και κοινωνική συναναστροφή.

 Τι συμβαίνει λοιπόν; Το λόμπυ του καφέ είναι τόσο δυνατό πλέον που μπαίνει δυναμικά και με φόρα στο προσκήνιο και κατακλύζει κάθε παραγωγή στο Χόλυγουντ; Μπορεί. Εμείς ωστόσο ψυλλιαζόμαστε πως υπάρχουν κάποια άλλα, πιο «μυστηριώδη», πιο «κοινωνικά» και εν τέλει, πιο «ταξικά» κίνητρα. (Εδώ, οι νεοφιλελέδες φίλοι μας μπορούν να ανατριχιάσουν ελεύθερα).      

 Κίνητρο πρώτο. Σε μια κοινωνία εκτεταμένων απαγορεύσεων (τσιγάρο, χασίς, κλπ) πρέπει να υπάρχει μια ουσία που να επιτρέπει στο μέσο άνθρωπο να αναπληρώνει με κάποιο τρόπο (με «θετικό τρόπο» όπως θα δούμε παρακάτω) την αδήριτη ανάγκη του να εθίζεται σε ουσίες που του προκαλούν οιουδήποτε είδους διέγερση, ευφορία, ευχαρίστηση, χαλάρωση, κλπ. Γιατί όμως θα προτιμούσε μια κοινωνία, ή ένα κράτος έναν πολίτη εθισμένο στην καφεΐνη και όχι στη νικοτίνη, ή στο χασίς;

 Αυτό μας οδηγεί στο δεύτερο κίνητρο. Η καφεΐνη, σε αντίθεση με το τσιγάρο και το χασίς προκαλεί εγρήγορση, είναι διεγερτικό, σε κρατάει ξύπνιο, νευρικό, έτοιμο να αντιδράσεις και να αποδόσεις ξεπερνώντας ακόμα και τα όρια και τις αντοχές σου. Είσαι ας πούμε στη δουλειά και νιώθεις κουρασμένος, πεσμένος, αδύναμος, ανόρεκτος –  άρα μη αποδοτικός; Κατεβάζεις έναν κουβά τίγκα στην καφεΐνη και αυτόματα ανεβάζεις στροφές, πατάς γκάζι, πετάς σπίθες, γίνεσαι μια ακόμα πιο καλοκουρδισμένη και καλορυθμισμένη μηχανή – ένας υποδειγματικός υπάλληλος.

 Κίνητρο τρίτο. Η καφεΐνη σε κρατά προσγειωμένο και μάλιστα με την φαντασία σου σε αδράνεια, σε αντίθεση με το χασίς ας πούμε, που σε απογειώνει και ενεργοποιεί τη φαντασία και το όνειρο. Ποιο μηχάνημα χρειάστηκε ποτέ τη φαντασία για να αποδώσει; – Και ποιο κράτος επιθυμεί έναν πολίτη με φαντασία;

 Κίνητρο τέταρτο. Η καφεΐνη φαίνεται πως δρα ευεργετικά σε αυτό που μάθαμε να ονομάζουμε υγεία. Η χρήση της φαίνεται να προσομοιάζει με εκείνη του λαδιού στον κινητήρα. Όπως ένα καλό λάδι παρέχει τη δυνατότητα στον κινητήρα να εργάζεται ακατάπαυστα και με κρύο και με ζέστη, έτσι και η καφεΐνη βοηθά τον άνθρωπο-μηχάνημα να δουλεύει περισσότερες ώρες, αγόγγυστα και ξεπερνώντας τα ίδια του τα όρια και τις αντοχές του, χωρίς να προκαλεί επιζήμιες (για τις ασφαλιστικές) βλάβες στον κινητήρα. Κάτι ελάχιστες βλάβες στον χαρακτήρα (άυπνος και νευρωτικός) και στα νεύρα (σπαστικός) αντιμετωπίζονται εύκολα (και με αυξημένη κερδοφορία) με τα ανάλογα υπνωτικά, αντικαταθλιπτικά και με τακτικές επισκέψεις στον ψυχολόγο.

 Αυτό είναι ένα καλό σημείο για να επισημάνουμε την ειδοποιό διαφορά των δικών μας «υπανάπτυκτων» κοινωνιών με τις σύγχρονες κοινωνίες-πρότυπα που μας διαφημίζουν οι λάτρεις του εκσυγχρονισμού. Στις δικές μας λοιπόν υπανάπτυκτες και αναχρονιστικές κοινωνίες, που έχουμε μάθει τους εθισμούς μας να τους βιώνουμε στην ηδονιστική και όχι στη χρηστική τους διάσταση, όπου γίνομαι ντίρλα δεν σημαίνει πως παίρνω ένα μπουκάλι ουίσκι και το πίνω μόνος μου στο κλειστοφοβικό μου διαμέρισμα, αλλά πίνω βαρέλια σε ταβέρνες με φίλους, ή σε μπαράκια με παρέα. Όπου φτιάχνομαι σημαίνει πως το τσιγαριλίκι κάνει κύκλους σε μια παρέα εκστασιασμένη με τη μουσική ή λυμένη στα γέλια με μαλακίες. Όπου πίνω καφέ σημαίνει άραγμα με τις ώρες, άπλωμα σε τρεις καρέκλες και παρέα που αυξομειώνεται καθώς περνούν οι ώρες και πότε μικραίνει, πότε μεγαλώνει και φαίνεται πως ποτέ δεν τελειώνει. Σε αυτές λοιπόν τις κοινωνίες, ο ερεθισμός που προκαλεί στο σώμα και στο πνεύμα η καφεΐνη, αρμονικά ισορροπείται από τον κατευνασμό που προσφέρει το τσιγάρο (που στη συντριπτική πλειοψηφία αποτελεί για μας απαραίτητο συνοδευτικό), μειώνοντας έτσι την ανάγκη για υπνωτικά, αντικαταθλιπτικά και ψυχολόγους. Για να μη μιλήσουμε φυσικά και για τις ακόμα πιο αναχρονιστικές περιπτώσεις όπου αμέσως μόλις τελειώνει ο καφές, αρχίζει να ρέει το τσίπουρο και ο μεζές και όπου από τη διέγερση περνάμε στον κατευνασμό και από κει στη μέθη και η μέρα τελειώνει με έναν βαθύ, μακάριο και απολαυστικό ύπνο – κακές συνήθειες που κλείνουν ιατρεία και σπρώχνουν ψυχολόγους στην ανεργία.

 Αν συμφωνήσουμε πως η εκ πρώτης όψεως εμμονική, επαναλαμβανόμενη καταγραφή μιας συμπεριφοράς στις παραγωγές του Χόλυγουντ δεν είναι τόσο αθώα όσο φαίνεται, αλλά κρύβει πίσω της την προσπάθεια να επιβληθεί στο κοινό ένας συγκεκριμένος τρόπος ζωής (κάτι που είναι και απόλυτα εμφανές, αλλά και δηλωμένο στην περίπτωση π.χ. του καπνίσματος, όπου το Χόλυγουντ έχει ξεκάθαρα παραδεχτεί πως συμμετέχει με τον τρόπο του – δηλαδή μέσω της δαιμονοποίησης του καπνίσματος – στην εκστρατεία ενάντια στο κάπνισμα), τότε θα πρέπει να παραδεχτούμε πως αυτή η θεοποίηση της καφεΐνης δεν είναι τυχαία. Στην πιο «αθώα» της μορφή, είναι η (καθόλου δωρεάν) υπηρεσία που προσφέρει το Χόλυγουντ στις εταιρείες καφέ. Στη λιγότερο αθώα εκδοχή της είναι ο τρόπος του συστήματος να παράγει συμπεριφορές που ταιριάζουν με το πρότυπο του καλού πολίτη, που στις κοινωνίες που ζούμε σημαίνει ο καλά διατηρημένος άνθρωπος-μηχανή που δουλεύει ακατάπαυστα και παράγει ακούραστα και αγόγγυστα υπεραξία.

 Σε αυτόν τον πολίτη-πρότυπο δεν έχει θέση το χασίς ή νικοτίνη, παρά μόνο η καφεΐνη. Κουβάδες καφεΐνη.     

Για ποιον χτυπάει η καμπάνα;

Image

Η γενική απεργία της 20ης Φεβρουαρίου χτύπησε ένα καμπανάκι. Ένα καμπανάκι που αν δεν γίνει αντιληπτό από την ηγεσία της Αριστεράς, μπορεί και να μετατραπεί σύντομα σε καμπάνα μεγατόνων. Το καμπανάκι αυτό σημαίνει κατά τη γνώμη μας πως ο κόσμος έχει κουραστεί από τις ανέξοδες παρελάσεις και τις επαναστατικές γυμναστικές άνευ ουσίας. Ο κόσμος, οι πολίτες, κατά πολύ πιο υποψιασμένοι από τις ηγεσίες, έχουν καταλάβει πως δεν υπάρχει ούτε μία στο εκατομμύριο να ιδρώσει το αυτί του συστήματος της κλεπτοκρατίας από ανούσιες εικοσιτετράωρες απεργίες και συγκεντρώσεις εθιμοτυπικού σχεδόν χαρακτήρα, ανεξαρτήτως συμμετοχής και προσέλευσης του κόσμου και θεωρούν στη μεγάλη τους πλειοψηφία ανούσια τη συμμετοχή τους σε αυτές.

Προσωπικά, αν και θεωρώ υποχρέωση του κάθε ενεργού πολίτη τη συμμετοχή του σε απεργίες και κινητοποιήσεις, δεν μπορώ να μην αναγνωρίσω τη σοφία που εκφράζει αυτή η στάση που λέει με πολύ απλά λόγια: Ή αποφασίστε για μια κινητοποίηση διαρκείας, μια σύγκρουση κατά μέτωπο, μια απεργία διαρκείας, με στόχο την ανατροπή της κυβέρνησης, ή μη μας σέρνεται άλλο σε παρελάσεις. Δεν συμφωνώ καθόλου με την άποψη που υποστηρίζει πως υπάρχει μια ηττοπάθεια και μια εντεινόμενη αδιαφορία στον κόσμο. Αυτό που κυριαρχεί στον κόσμο είναι μια άρνηση να συμμετέχει πλέον σε ενέργειες χωρίς ξεκάθαρη στόχευση που θα επιφέρει άμεσα, χειροπιαστά αποτελέσματα. Γιατί αν το σκεφτούμε απλά και λογικά, τι ήταν δηλαδή αυτή η εικοσιτετράωρη γενική απεργία; Τι ήθελε να αποδείξει; Ποιος ήταν ο στόχος της; Να τρομάξει την κυβέρνηση ας πούμε; Να γελάσω, ή να κλάψω;

Και γιατί να κατέβει ο κόσμος σε μια απεργία και μια συγκέντρωση που καλεί η ΓΕΣΕΕ και η ΑΔΕΔΥ; Αυτή η ΓΕΣΕΕ (και ΑΔΕΔΥ) δεν είναι που παρακολουθεί ΑΜΕΤΟΧΗ όλο αυτό τον καιρό τα ΜΑΤ να ξυλοκοπούν απεργούς, που παρακολουθεί την κυβέρνηση να επιστρατεύει απεργούς, να καταδιώκει απεργούς, να συλλαμβάνει απεργούς, που παρακολουθεί την κοινωνία να καταρρέει, τους μισθούς να πετσοκόβονται, τους ανέργους να πολλαπλασιάζονται με ρυθμούς ραγδαίας επιδημίας μεταδιδόμενων ιώσεων; Τι κάνει λοιπόν όλο αυτό τον καιρό για όλα αυτά τα, επιεικώς περιγραφόμενα, ως τραγικά που συμβαίνουν σήμερα στη χώρα μας; Πώς και με ποιο τρόπο προστατεύει και υπερασπίζεται τον εργαζόμενο, τον άνεργο, τον απεργό, τον χειμαζόμενο λαό;      

Αν υποθέσουμε πως το πιο μεγάλο, το πιο ισχυρό, το πιο ρηξικέλευθο όπλο που έχει στα χέρια της μια Γενική Συνομοσπονδία Εργατών είναι η γενική απεργία διαρκείας, σε πιο σημείο στην καμπή προς την καταρράκωση, τον εξευτελισμό και τον όλεθρο μιας κοινωνίας οφείλει να το πυροδοτήσει; Στις πόσες χιλιάδες αυτοκτονιών; Στα πόσα εκατομμύρια ανέργων; Σε ποιο σημείο εξευτελισμού των συνταξιούχων; Όταν οι αυτοκτονίες ξεπεράσουν ας πούμε τις δέκα, είκοσι χιλιάδες; Όταν οι άνεργοι θα είναι περισσότεροι από τους εργαζόμενους; Όταν οι μανάδες και οι πατεράδες μας θα συμπληρώνουν τη σύνταξη τους με τα περισσεύματα χαλασμένων τροφών από τους σκουπιδοτενεκέδες των σούπερ μάρκετ; Όταν οι άστεγοι στο κέντρο της Αθήνας θα είναι περισσότεροι από τα περιστέρια στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη; Πότε; Ας μας δώσει μια ιδέα, μια τάξη μεγέθους της καταστροφής, το σημείο εκείνο του εξευτελισμού της ελληνικής κοινωνίας που κατά τη γνώμη της ΓΕΣΕΕ είναι το σημείο μηδέν κατά το οποίο μια Γενική Συνομοσπονδία Εργατών μιας χώρας θεωρεί καθήκον της να πυροδοτήσει το όπλο της γενικής απεργίας διαρκείας.

Η, έστω και προσωρινή, επιτυχία του κινήματος των «αγανακτισμένων» είναι ένα πολύ σοβαρό πεδίο έρευνας και αναφοράς στο οποίο η Αριστερά οφείλει να εντρυφήσει και σοβαρά και χωρίς παρωπίδες να μελετήσει, διερευνώντας πιθανούς τρόπους αντίδρασης απέναντι στη διαφαινόμενη κόπωση των πολιτών στις παραδοσιακές και άνευ ουσίας κινητοποιήσεις. Η επιτυχία εκείνων των κινητοποιήσεων οφείλονταν, κατά την ταπεινή μου γνώμη,  στο γεγονός πως έδινε στον κόσμο την ελπίδα μιας πιθανής ανατροπής. Ήταν κάτι διαφορετικό, αιρετικό, ανατρεπτικό και ελπιδοφόρο. Γι αυτό και το συκοφάντησαν, του επιτέθηκαν και το κατέστειλαν.  Η Αριστερά, είτε θα βρει έναν τρόπο να ακούσει το καμπανάκι και να επαναφέρει μέσα από άλλου είδους κινητοποιήσεις την ελπίδα, ωθώντας έτσι τον κόσμο σε μια σταδιακά κλιμακούμενη σύγκρουση με καθαρό, δεδηλωμένο στόχο την ανατροπή της κυβέρνησης, ή αν συνεχίσει να δρα με τον αμήχανο, ψιλοφοβικό και συντηρητικό τρόπο που δρα σήμερα, ας μην αναρωτιέται σε λίγο καιρό για ποιον χτυπάει η καμπάνα.        

Μας τα πρήξατε!

Image

Αγαπητοί συν ευρωπαίοι και επιφανείς ευρωπαϊστές νεοφιλελέδες συνέλληνες.

Οι Έλληνες είμαστε ένας έξυπνος, δημιουργικός και αθεράπευτα απειθάρχητος λαός. Απειθάρχητος, ακριβώς γιατί είναι έξυπνος και δημιουργικός. Το δυστύχημα μας είναι πως ζούμε σε έναν κόσμο και σε ένα γεωγραφικό χώρο, όπου ο ατομισμός που προϋποθέτει η δημιουργικότητα και η εξυπνάδα είναι ένα θανάσιμο ελάττωμα, ενώ η ηθική κι η νοοτροπία της αγέλης, προτέρημα. Γιατί ο ατομισμός εξ ορισμού παράγει αδύναμα και ανισόρροπα κράτη, σε μια εποχή που το κράτος (που σαν νεοφιλελέδες το εχθρεύεστε αλλά ταυτόχρονα το προσκυνάτε) είναι το άλφα και το ωμέγα για τη δημιουργία μιας εύρυθμης και ευνομούμενης, σύμφωνα με την τρέχουσα αντίληψη, πολιτείας.

Για να επιβιώσουμε λοιπόν στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης και του καταναγκαστικού εξευρωπαϊσμού μας, αναγκαζόμαστε να γίνουμε κατεργάρηδες. Αντί να χρησιμοποιήσουμε παραγωγικά τη δημιουργικότητα μας, τη διοχετεύουμε και την εξαντλούμε σε ένα σωρό πονηριές και επινοήσεις προκειμένου να ξεφύγουμε από την υποχρέωση να στηρίξουμε ένα κράτος, που όχι μόνο δεν μας προσφέρει τίποτα, αλλά αντιθέτως, μας επιβαρύνει όλο και περισσότερο, κάνοντας τη ζωή μας κόλαση. Ένα κράτος που εσείς και τα όργανα σας στην Κομισιόν, πιστεύετε ότι τιμωρείτε, ενώ στην ουσία τιμωρείτε εμάς με τα ολέθρια μέτρα που εισηγείστε και ΑΝΕΞΟΔΑ (αφού άλλα κορόιδα θα πληρώσουν) υιοθετούν οι, για κακή μας τύχη, άβουλοι, ανίκανοι και πειθήνιοι κυβερνώντες μας.

Δεν ξέρω πόσοι από σας έχετε αντιληφθεί πως σε αυτή τη χώρα, το κράτος προσφέρει ΟΛΕΣ τις (απολύτως αναξιόπιστες και άχρηστες) υπηρεσίες του ΜΟΝΟ έναντι αμοιβής – μπορεί κάτι να έχετε ακούσει για τον ελληνικό όρο fakelaki, αλλά με πόση ακρίβεια μπορείτε να αναπαραστήσετε στη φαντασία σας τι σημαίνει να πληρώνεις φόρους, άμεσους, αλλά και πολλούς, μα πάρα πολλούς, έμμεσους, για να σου παρέχει το κράτος σου παιδεία κι εσύ να πληρώνεις χιλιάδες ευρώ ετησίως για να μάθει γράμματα το παιδί σου, ή να πέφτεις στην ανάγκη να εισαχθείς σε ένα από τα αχαρακτήριστα δημόσια και δωρεάν νοσοκομεία του και να πρέπει να υποθηκεύσεις το σπίτι σου για να έχεις μια αμυδρή ελπίδα να βγεις από κει μέσα ζωντανός. Και δεν θέλω να μπω σε λεπτομέρειες και να σας μιλήσω για πολεοδομίες, εφορίες, το χαρτζιλίκι του υπαλλήλου της ΔΕΗ για να μας βάλει ρεύμα, ή την εισφορά μας στον υπάλληλο του υπουργείου μεταφορών για να πάρουμε την άδεια οδήγησης μας – και πάει λέγοντας σε μια λίστα που δεν έχει τέλος.

Αντιλαμβανόμαστε βέβαια, ως έξυπνοι άνθρωποι που είμαστε, πως με αυτή τη συμπεριφορά (να κλέβουμε ότι και όσο μπορούμε από το κράτος που μας κλέβει δηλαδή) διαιωνίζουμε τον φαύλο κύκλο, παράγοντας ένα όλο και πιο αναξιόπιστο κράτος/ληστή, αλλά όπως όλοι οι έξυπνοι και δημιουργικοί άνθρωποι δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από την εμμονή μας, πως είναι γελοίο να επιτρέψει κανείς σε έναν άχρηστο (στην περίπτωση μας, το ελληνικό κράτος) να κηδεμονεύει βλακωδώς τη ζωή του. Κι έτσι γινόμαστε κατά κάποιο τρόπο θύματα της εξυπνάδας και της δημιουργικότητας μας – η οποία κατ’ επέκταση ξεπέφτει σε βλακεία και κουτοπονηριά.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες λοιπόν, δεν βλέπουμε καμιά πιθανότητα βελτίωσης. Αντιθέτως, στα πλαίσια της υποχρεωτικής διαιτησίας του κοινωνικού μας προβλήματος (με όρους και μέτρα που λαμβάνονται από χαρτογιακάδες που ούτε ιδέα έχουν για τις ιδιαιτερότητες που αναφέρουμε, ούτε και δίνουν μία για το αν θα έχουν αποτέλεσμα) που επιβάλει η συμμετοχή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και η αδυναμία μας (λόγω αυτής της συμμετοχής) να δώσουμε μια «ελληνική» λύση στο πρόβλημα, μόνο επιδείνωση μπορούμε να δούμε. Έτσι, η μόνη ορατή λύση στο πρόβλημα είναι η ολοκληρωτική διάλυση και επανίδρυση του κράτους και η αποχώρηση μας από την περιβόητη ευρωζώνη.

Κι εδώ που τα λέμε, όπως και να το δει κανείς, και τα δυο μοιάζουν αναπόφευκτα – και σε ότι αφορά εμάς (προσωπικώς), ευκταία.

Οπότε, μη μας απειλείτε σας παρακαλώ με αυτό που εμείς πιστεύουμε πως θα είναι η σωτηρία μας (με την έξοδο μας από την ευρωζώνη δηλαδή) γιατί έτσι φαίνεστε στα μάτια μας πιο ηλίθιοι από όσο θέλουμε (λόγω μιας αδυναμίας που σας έχουμε) να πιστεύουμε πως είστε.

Στην Κύπρο με το πιστόλι στον κρόταφο

Image

Αύριο λοιπόν η κυπριακή αριστερά, κυριαρχημένη για μια πενταετία από φοβικά σύνδρομα που την κατέστησαν ανίκανη, όχι μόνο να παρέμβει αποφασιστικά και να ανατρέψει δομές και κοινωνικά και πολιτικά δεδομένα, αφήνοντας πίσω της παρακαταθήκες όπως θα περίμενε κανείς από μια (αυτοαποκαλούμενη μάλιστα και κομουνιστική) Αριστερά, αλλά ακόμα και να κυβερνήσει διαχειριζόμενη με μια κάποια επάρκεια το σύστημα – αύριο αυτή η αριστερά,  χάρη στην κυβερνητική της ατολμία, το συντηρητισμό και την ανικανότητα της, θα σερβίρει στη δεξιά την κυβέρνηση στο πιάτο. Στην πιο κρίσιμη στιγμή, σε μια πολιτική και οικονομική συγκυρία κατά την οποία κρίνονται κοινωνικά και εργατικά κεκτημένα δεκαετιών και αιώνων, σε μια εποχή που σηκώνουν κεφάλι τα πιο αντιδραστικά δεξιά και νεοφιλελεύθερα μορφώματα, το ΑΚΕΛ αποχωρεί από την κυβέρνηση με το κεφάλι σκυμμένο, με δηλώσεις τύπου με πικράνατε, με την πικρή γεύση της ήττας και με τραυματισμένη σχεδόν θανάσιμα την αξιοπιστία του. Μια τραγική κατάληξη (αν σκεφτεί κανείς πως πρόκειται για τη μία και μοναδική σοβαρή πολιτική οντότητα στο χώρο της Αριστεράς στην Κύπρο) που σαν αποτέλεσμα έχει να αφήσει ουσιαστικά άοπλο, ανυπεράσπιστο και έρμαιο των αδηφάγων θηρίων της βουλιμικής κερδοφορίας, τον εργαζόμενο κυπριακό λαό.  

Όπως συνέβη και στην Ελλάδα και αλλού, η Δεξιά προσέρχεται στις εκλογές στην Κύπρο με την προβιά προβάτου, προσηνής, καταδεκτική, φιλολαϊκή και με κοινωνικές και δημοκρατικές ευαισθησίες. Δεν θα αργήσει να δείξει τα δόντια της, όταν θα πρέπει να εφαρμόσει όλες τις αντιλαϊκές και αντεργατικές πολιτικές που συνοδεύουν ως αναπόσπαστο μέρος κάθε μνημόνιο, όπου αυτό εφαρμόστηκε, ή εφαρμόζεται. Ο περιορισμός των δημοκρατικών και συνταγματικών ελευθεριών, η καταστολή εργατικών και κοινωνικών αγώνων, η σφαγή στα εργατικά κεκτημένα και ο ακρωτηριασμός των κοινωνικών δικαιωμάτων, είναι η αλφαβήτα του μνημονίου που θα κληθεί να εφαρμόσει η δεξιά κυβέρνηση στο νησί. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία γι αυτό. Αυτό που έγινε και γίνεται στην Ελλάδα, στην Πορτογαλία και εν μέρει στην Ισπανία και στην Ιρλανδία, θα γίνει με τον ίδιο ακριβώς τρόπο κι εδώ. Το σύνδρομο της αυτοεπιβεβαίωσης που διακατέχει μεγάλο μέρος του πληθυσμού που πιστεύει πως αφού κάηκε το σπίτι του γείτονα και του αδελφού εμείς θα τη γλιτώσουμε γιατί είμαστε καλύτερα προετοιμασμένοι, είναι μια επικίνδυνη ψευδαίσθηση που θα σβήσει τόσο απότομα στο πρώτο χτύπημα της πραγματικότητας στην πόρτα μας, που θα ταρακουνήσει συθέμελα την κυπριακή κοινωνία.

Μια ψήφος διαμαρτυρίας και «τιμωρίας» προς το ΑΚΕΛ από ανθρώπους που νιώθουν πως με κάποιο τρόπο πρόδωσε τις ελπίδες και τις προσδοκίες τους είναι κατανοητή και σε μέγιστο βαθμό δικαιολογημένη. Σε άλλες εποχές και κάτω από διαφορετικές πολιτικές και κοινωνικές συγκυρίες θα ήταν μάλιστα επιβεβλημένη. Σήμερα όμως, με όσα διακυβεύονται είναι μια επικίνδυνη ψήφος. Μια ψήφος σχεδόν αυτοκτονική. Ας σκεφτούν καλά όσοι είναι έτοιμοι να πυροβολήσουν και ας αναρωτηθούν  αν η κάνη είναι στραμμένη προς το μέρος τους.         

Τα spread του ήλιου και της θάλασσας

 

Όχι μόνο στα δύσκολα, αλλά και στα πιο δύσκολα από τα δύσκολα, οι λαοί της Μεσογείου ξέρουν – ήξεραν πάντα – πώς να αντλούν δύναμη μέσα από το τραγούδι, τον έρωτα και το γέλιο. Ξέρουν – πάντα ήξεραν – πώς να λατρεύουν τη ζωή. Είναι μια έμφυτη αρετή αυτή, ένα κεκτημένο, από τον ήλιο, τον ουρανό και τη θάλασσα δικαίωμα, που δεν μπορεί κανείς να τους το πάρει. Γιατί είναι μια από τις παροχές, ένα από εκείνα τα επιδόματα της φύσης και των δικών τους θεών, που καμιά Μέρκελ και κανένα διεθνές νομισματικό ταμείο δεν μπορεί να το αγγίξει! Αν ποτέ με το καλό ξαναγυρίσουμε στα spread του έρωτα και της ανεμελιάς, μακριά από τα χρηματιστήρια και την ψευδό ευημερία της δανεικής ζωής και της ηθικής των μετόχων, αν δηλαδή καταφέρουμε να μεταφέρουμε τον αγώνα στο δικό μας γήπεδο, τότε μπορεί να ελπίζουμε πως θα νικήσουμε. Στα δικά τους γήπεδα φίλοι μου Ισπανοί και Πορτογάλοι – στο γήπεδο του City, της Bundesbank και της Wall Street, όσο και να αγωνιστούμε, όσο και να παλέψουμε είμαστε χαμένοι από χέρι. Σε αυτά τα γήπεδα έχει συννεφιά και μακρύ, πολύ μακρύ σκοτάδι. Σε αυτά τα γήπεδα η ζωή πρέπει να καταργηθεί για να κερδίσει. Σε αυτά τα γήπεδα Μεσόγειε, πρέπει να αυτοκαταργηθείς για να επιζήσεις.

Γράμμα σε μια αμήχανη ερωμένη

 Image

Αγαπημένη μας αριστερά, γλυκύτατη κι αμήχανη ερωμένη, σε αυτές τις δύσκολες ώρες ευθύνης που περνάς μάθε πως όλοι εμείς οι πιστοί κι αμετανόητοι εραστές σου δεν θέλουμε να μας πείσεις πως μπορείς να κυβερνήσεις. Θέλουμε να μας πείσεις πως μπορείς να ανατρέψεις. Δεν θέλουμε να περάσεις από τις εξετάσεις κυβερνησιμότητας του συστήματος της κλεπτοκρατίας, ή της παχύδερμης νυκοκυραίικης  πλειοψηφίας. Θέλουμε να περάσεις τις εξετάσεις ειλικρίνειας και κυρίως της αποφασιστικότητας για την ανατροπή που ευαγγελίστηκες. Δεν θέλουμε να μας πείσεις πως είσαι μια σοβαρή πολιτική δύναμη, αλλά μια σοβαρή πιθανότητα ανατροπής. Δεν θέλουμε να αντικρούεις την προπαγάνδα της κυβερνητικής και μηντιακής εξουσίας, θέλουμε να τους δίνεις όλο και περισσότερες αφορμές για «αρνητικούς» σχολιασμούς – και ακόμα καλύτερα, να τους δίνεις αφορμή να ανατριχιάζουν ολόκληροι για τις ανήκουστες θέσεις σου. Δεν θέλουμε να σε θεωρούν σοβαρό συνομιλητή οι στυλοβάτες της πλουτοκρατίας, θέλουμε να σε τρέμουν και να σε πολεμούν ακατάπαυστα. Δεν θέλουμε να σε βλέπουμε να προσπαθείς να πείσεις πως δεν είσαι «ακραία», σε θέλουμε ακόμα πιο ακραία – στο πιο απομακρυσμένο άκρο από εκεί που στέκονται αυτοί.  Πιο ακραία από όσο σε περιγράφουν. Πιο επικίνδυνη από όσο προσπαθούν να σε παρουσιάσουν. Πιο καταστροφική για τα συμφέροντά τους από όσο σε αντιλαμβάνονται. Πιο τρομακτική για το μέλλον τους από όσο σε φαντάζονται. Πιο αριστερή από όσο μπορούν να αντέξουν.

Αγαπημένη μου αριστερά, σε αγαπήσαμε γιατί παραδοθήκαμε άνευ όρων στη γοητεία της ανατροπής, στον ερωτισμό της επανάστασης, στη γλύκα της ελπίδας. Σε ερωτευτήκαμε γιατί ήσουν άστατη, απρόβλεπτη, απείθαρχη, μοιραία.  Μη μας απογοητεύεις.

Η θλίψη της Αριστεράς

Image

H κακοδαιμονία κάθε δόγματος, φιλοσοφικού, θρησκευτικού ή πολιτικού ήταν πάντα και θα είναι πάντα, η εμμονή του με την ορθοδοξία. Αν, όπως αναφέρει ο Μπόρχες, κάθε λέξη κρύβει μέσα της τόσα νοήματα όσοι και οι αναγνώστες της, φανταστείτε τι συμβαίνει με κάθε πρόταση, με κάθε παράγραφο, με κάθε κεφάλαιο σε κάθε ένα από τα βιβλία που καλούνται να ερμηνεύσουν χωρίς να υποπέσουν στο αμάρτημα της αίρεσης οι πιστοί του δόγματος.

 Με βάση το παραπάνω σκεπτικό δεν είναι να απορεί κανείς βλέποντας την Αριστερά να γδέρνεται και να σκίζεται σε έναν ασίγαστο εσωτερικό πόλεμο για την ορθότητα των επιμέρους απόψεων των φορέων της (κομμάτων, ομάδων, συνιστωσών, κλπ), πάνω στο ετοιμοθάνατο σώμα της ελληνικής κοινωνίας. Θα συνεχίσουμε να μην απορούμε ακόμα και όταν θα παρακολουθούμε αυτό τον «εμφύλιο» να συνεχίζεται ακατάπαυστα και πάνω στο πτώμα της.

 Το να μην απορεί κανείς βλέποντας ένα έργο που παίζεται δεκαετίες τώρα, δεν σημαίνει πως μπορεί και να γλιτώσει από τη θλίψη που του προκαλεί αυτή η εικόνα: Ο μοναδικός πολιτικός χώρος που μπορεί να βάλει φρένο σε αυτό τον οικονομικό, πολιτικό, κοινωνικό και πολιτιστικό κατήφορο που βιώνει η ελληνική κοινωνία, να αναλώνεται σε έναν καυγά πάνω σε τσιτάτα, παραγράφους, υποσημειώσεις πεθαμένων συγγραφέων, αφήνοντας το παρόν να το καταπίνουν με μεγάλες μπουκιές τα πιο αντιδραστικά μορφώματα και οι πιο σκοτεινές δυνάμεις του κοινωνικού υποσυνείδητου αυτής της χώρας.

 Αν συνεχίσει έτσι η Αριστερά, κάποτε, έγκριτοι και μη ιστορικοί θα ξοδέψουν τόνους χαρτιού για να καταγράψουν άλλη μια φορά τα λάθη της και οι «ποιητές της ήττας» θα ξαναγράψουν συγκινητικά και σπαραξικάρδια ποιήματα. Μόνο που αυτή τη φορά θα διαβάζονται ως αναπόσπαστα μέρη μιας κωμωδίας που θα παράγει αντί για γέλιο, θρήνους και κλάματα…