Τικ, τακ

Image
Δεν γνωρίζω αν θα υπάρξει ένα σημείο καμπή που θα κατανοήσουν οι ανεγκέφαλοι του ΣΥΡΙΖΑ πως αν συνεχίσουν να παριστάνουν την αξιωματική αντιπολίτευση που δρα ως τέτοια σε περίοδο πολιτικής και κοινωνικής (κυρίως) ομαλότητας και όχι σε περίοδο κοινωνικής και πολιτικής ανωμαλίας, θα χάσουν για πάντα το παιχνίδι.
Σε μια χώρα που ζει κάτω από συνθήκες ΠΟΛΕΜΟΥ, με μια κοινωνία που σπαράσσεται και εξαθλιώνεται, η αυτοπροσδιοριζόμενη ως αριστερή, ριζοσπαστική αξιωματική αντιπολίτευση περιορίζει τη δράση της σε εξυπνακίστικες απαντήσεις στις απολύτως ΗΛΙΘΙΕΣ δηλώσεις του πιο αστείου κυβερνητικού εκπροσώπου που γνώρισε ποτέ ο τόπος και σε γενικές καταγγελίες, αφορισμούς και νερόβραστες απειλές πως θα καταργήσει όλες τις αντιλαϊκές νομοθετήσεις και αποφάσεις όταν γίνει κυβέρνηση!
Και χέστηκε η φοράδα στ’ αλώνι!
Καταλαβαίνω πως όταν κάποιος δεν ζει κυριολεκτικά τα βάσανα του άλλου, όταν ο ίδιος δεν είναι άνεργος, δεν χάνει το σπίτι του, δεν φεύγουν τα παιδιά του μετανάστες, δεν στήνεται στην ουρά για μια τσάντα τρόφιμα, καταλαβαίνω πως όσο και αν καταννοεί το πρόβλημα δεν μπορεί να το ζήσει με την ίδια ένταση που το ζει αυτός που βιώνει αυτές τις καταστάσεις. Ο χρόνος για τον βολεμένο κυλάει με άλλο ρυθμό από το χρόνο του απελπισμένου. Και τότε ο συγχρονισμός χάνεται.
Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ έχει όλο το χρόνο μπροστά της να προετοιμάζει συνέδρια, να σχεδιάζει τη στρατηγική της (λέμε τώρα) ίσως και να περιμένει υπομονετικά και χωρίς να αναλαμβάνει κανένα ρίσκο να πέσει το σάπιο φρούτο από το δέντρο και να της σερβίρει ο ελληνικός λαός την κυβέρνηση στο πιάτο.
Η ελληνική κοινωνία όμως δεν έχει αυτή την πολυτέλεια. Ο χρόνος, πολιτικός και πραγματικός έχει συμπιεστεί επικίνδυνα και ακούγεται ήδη το τικ, τακ της ωρολογιακής βόμβας. Μιας βόμβας που θα σκάσει στα χέρια όλων μας.

Advertisements

Ο Ζάλογγος και η Πόλη

ImageΕίναι γνωστό πως όσο ο άνθρωπος γερνάει, τόσο το ενδιαφέρον του στρέφεται προς το παρελθόν. Κατακλύζεται από αναμνήσεις και ζει ξανά και ξανά στιγμές της νιότης του και της παιδικής του ηλικίας. Θυμάται με απέραντη νοσταλγία ακόμα και τα άσχημα περιστατικά της ζωής του, ενώ όταν τα περιγράφει τα μάτια του γυαλίζουν από χαρά και συγκίνηση και η διήγηση του τελειώνει πάντα με έναν βαθύ αναστεναγμό και την κλασική ρήση: Αχ! αναστενάζει ο γέροντας, περασμένα μεγαλεία διηγώντας τα να κλαις.

Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει σε όλους τους γερασμένους οργανισμούς. Όπως ακριβώς ο γέροντας παύει να ασχολείται με το παρόν, που του φαίνεται όχι μόνο ανούσιο, αλλά και βασανιστικό (λογής αρρώστιες, πίεση, φάρμακα, γιατροί, πιθανές ασθένειες) και το μέλλον πιο ζοφερό ακόμα από το παρόν, έτσι συμβαίνει και με τις γερασμένες κι ετοιμοθάνατες κοινωνίες.

Η ελληνική κοινωνία, βαθιά άρρωστη για πολλά χρόνια, με έναν γερασμένο και καταθλιπτικό πληθυσμό, είναι φυσικό να παρουσιάζει όλα τα συμπτώματα ενός οργανισμού σε σήψη. Όπως ο γέρος, που ανίκανος να ονειρευτεί ένα ελπιδοφόρο μέλλον και να διαχειριστεί ένα αξιοπρεπές παρόν, καταφεύγει σε ονειροπολήσεις ενός αμφιβόλου ποιότητας εξευμενισμένου παρελθόντος, έτσι και η γερασμένη ελληνική κοινωνία μη μπορώντας να διαχειριστεί το παρόν, καταφεύγει στη στοργική αγκάλη ενός ηρωϊκού και ένδοξου παρελθόντος.

Για τον Έλληνα δεν έχει καμιά σημασία το γεγονός πως σήμερα λειτουργεί ως ραγιάς, σαν τον χαρακτήρα δηλαδή που μισεί περισσότερο στις ιστορίες του παρελθόντος. Λίγο τον νοιάζει αν τον κυβερνούν προσκυνημένοι και ανίκανοι κυβερνήτες που έχουν εκχωρήσει και το τελευταίο ψήγμα εθνικής ανεξαρτησίας σε κερδοσκόπους και δανειστές. Αντέχει όπως φαίνεται να ζει σαν σκλάβος, άνεργος και χωρίς ελπίδα για αυτόν και τα παιδιά του. Αλλά προς Θεού! Δεν θα επιτρέψει σε κανέναν να αγγίξει και να μειάνει το ηρωϊκό και ένδοξο παρελθόν του!

Χθες βγήκαν τα μαχαίρια για την Πόλη, σήμερα για τον Χορό του Ζαλόγγου. Από τη μια οι κολλημένοι στην ιστορία που άκουσαν από τα χείλη των γονιών και των δασκάλων τους (αληθινή, ψεύτικη, μύθος ή πραγματικότητα, άσχετο) και από την άλλη οι ανελέητοι αναμορφωτές, οι προοδευτικοί πάσης φύσεως και αποφύσεως. Οι ταλιμπάν της συντήρησης, ενάντια στους ταλιμπάν του διαφωτισμού. Να κονταροχτυπιούνται πάνω στο θνήσκον σώμα της χώρας για το αν η ιστορία της Κερκόπορτας ήταν αληθινή, ή αν οι Σουλιώτισσες χόρεψαν το χορό του Ζαλόγγου!

Οι μεν να προσπαθούν να κρύψουν πίσω από ένα ένδοξο παρελθόν τα κουρέλια που ντύνουν το παρόν του και οι δε χαιρέκακα να τους τραβάν το παραβάν να δουν ντε και καλά πως και στο παρελθόν κουρέλια ήταν τα παλάτια τους. Φυσικά καμιά πλευρά δεν συνειδητοποιεί πως όλη αυτή η πολεμική δεν είναι τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από την αγωνιώδη προσπάθεια και των δύο πλευρών να κρύψουν πίσω από ένα καινούργιο παραβάν (δήθεν πατριωτισμού οι μεν, δήθεν διαφωτισμού οι δε) την απόλυτη ανικανότητα τους να διαχειριστούν το παρόν και να παράγουν ιδέες και επιχειρήματα για το μέλλον.

Η αλήθεια είναι πως σε δύσκολες ιστορικά στιγμές οι “μύθοι” αυτοί βοήθησαν ώστε να υψωθεί το καταρρακωμένο ηθικό αυτού του λαού, άρα λειτούργησαν θετικά. Αν η στιγμή είναι κατάλληλη για να καταρριφθούν τώρα που άλλη μια φορά το ηθικό βρίσκεται στα Τάρταρα, ας το κρίνει ο καθένας από το μετερίζι του. Το γεγονός πάντως πως η συζήτηση ξεκινά μέσα από τους κόλπους μιας δήθεν αριστεράς που συμμετέχει ανερυθρίαστα στο ξεπούλημα της χώρας σε αγαστή κυβερνητική συνεργασία με την πιο μισαλόδοξη ακροδεξιά, ας προβληματίσει όποιον θέλει να προβληματιστεί.

Η κρυφή γοητεία της κοπρολαγνείας

Image

Ο ντόρος που γίνεται το τελευταίο διάστημα με τη Χρυσή Αυγή είναι πολύ μεγάλος για να είναι τυχαίος. Αν αναλογιστεί κανείς πως στην ουσία δεν περνάει ούτε μέρα χωρίς να υπάρχει έστω και μία αναφορά σε αυτό το μόρφωμα, θα καταλάβει πως μιλάμε για ένα φαινόμενο που δεν μπορεί να το προσπεράσει κανείς εύκολα.

Όλος αυτός ο ντόρος μπορεί να έχει δύο ερμηνείες. Ή ότι το σύστημα προμοτάρει ανερυθρίαστα τη φασιστική αυτή οργάνωση ποντάροντας πάνω της όλα του τα χαρτιά για να ανακόψει την πορεία του ΣΥΡΙΖΑ (της Αριστεράς) προς την εξουσία, ή ότι υπάρχει ένα ορμητικό κοινωνικό ρεύμα που οδεύει με βήμα ταχύ προς τον φασισμό και αυτό το ρεύμα δεν μπορεί να ανακοπεί με τίποτα.

Η γνώμη μου είναι πως ισχύουν και τα δυο. Υπάρχει ένα μεγάλο κομμάτι του ελληνικού λαού που εκφασίζεται ραγδαία και αυτό το φαινόμενο εξυπηρετεί υπέροχα το διαφθαρμένο πολιτικό σύστημα που το προμοτάρει ανάλογα. Στο παιχνίδι αυτό συμμετέχει χωρίς να το καταλαβαίνει και το λεγόμενο αντιφασιστικό κίνημα, ένα κίνημα που στη μεγάλη του πλειοψηφία δρα κυρίως καταγγελτικά, δίνοντας βήμα και διέξοδο στον βόθρο να βγει στην επιφάνια και στα φώτα της δημοσιότητας.

Εδώ καλό είναι να υπογραμμίσουμε πως όποιος συνεχίζει ακόμα να πιστεύει πως “ξεσκεπάζοντας” την πραγματική φύση αυτού του μορφώματος, αποδεικνύοντας δηλαδή με στοιχεία και ντοκουμέντα τη ναζιστική του ιδεολογία, το χτυπάει και το αποδυναμώνει πλανάται πλάνην οικτράν. Η ελληνική κοινωνία γνωρίζει είτε συνειδητά, είτε ενστικτωδώς πολύ καλά περί τίνος πρόκειται και το κομμάτι εκείνο που το ακολουθεί, το στηρίζει και το ψηφίζει το κάνει απολύτως συνειδητά γνωρίζοντας πως υποστηρίζει, ακολουθεί και ψηφίζει ένα φασιστικό, δολοφονικό, τρομοκρατικό μόρφωμα.

Είναι πιθανόν ένα μεγάλο τμήμα του κόσμου της αριστεράς, παρασυρμένο ίσως από ρομαντικές ιδέες περί εκείνου του “ηρωϊκού” λαού που πολέμησε και νίκησε τον φασισμό, να αδυνατεί να πιστέψει πως αυτός ο ίδιος λαός σήμερα μπορεί με τόση ευκολία να ασπαστεί τη φασιστική ιδεολογία. Συνεχίζει να πιστεύει πως ο κόσμος έχει παρασυρθεί από το δήθεν αντισυστημικό προσωπείο της Χρυσής Αυγής και δεν έχει καταλάβει περί τίνος πρόκειται και πως αν τον ενημερώσουν επαρκώς με καθημερινές παρεμβάσεις που σκοπό έχουν να αναδείξουν το άσχημο και βρωμερό πυθμένα του βούρκου, οι παραπλανηθέντες θα ανανήψουν και θα αποστρέψουν το πρόσωπο από τον σατανά. Τι απλοϊκότης!

Στη φάση που βρίσκεται αυτή τη στιγμή το φασιστικό κίνημα στην Ελλάδα, κάθε προβολή, θετική ή αρνητική (με την αρνητική να το προμοτάρει ακόμα περισσότερο), κάθε καταγγελία, κάθε επίθεση που δέχεται είναι σαν μια ένεση από κοκτέηλ ορμονών που το βοηθάει να αναπτύσεται πιο γρήγορα.

Ο φασισμός σήμερα στην Ελλάδα δεν αντιμετωπίζεται ούτε με καταγγελίες, ούτε με εκστρατείες διαφωτισμού του παραπλανημένου λαού, ούτε φυσικά και με το δόγμα του “θα σας ταράξουμε στη νομιμότητα”. Ο φασισμός μπορεί να ανακοπεί μόνο με δυναμική παρέμβαση. Κι όταν λέμε δυναμική παρέμβαση εννοούμε να βγει μπροστά η Αριστερά, αποβάλλοντας όλα τα κόμπλεξ νομιμοφροσύνης και να συγκρουστεί ευθέως τόσο με το κατεστημένο πολιτικό σύστημα, όσο και με το φασισμό, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα το αντισυστημικό, αντικαπιταλιστικό της πρόσωπο δίνοντας άμεσα διέξοδο στο αδιέξοδο που έχει οδηγηθεί ο ελληνικός λαός.

Όσο η Αριστερά θα δρα περιχαρακωμένη εντός κοινοβουλίου και εκτός κοινωνίας, καταγγέλοντας και φορώντας το στενό κοστούμι της “νομιμότητας”. Όσο η Αριστερά δεν συγκρούεται στους δρόμους, στις απεργίες, στην κοινωνία. Όσο το μεγάλο κομμάτι της Αριστεράς, ο ΣΥΡΙΖΑ συνεχίζει να μοιάζει όλο και περισσότερο με τα υπόλοιπα συστημικά κόμματα χάνοντας διαρκώς μέρος της γοητείας του αντισυστημικού, αντικομφορμιστικού κινήματος όπως διαγράφηκε τον Δεκέμβρη του 2008 και καταγράφηκε στις δυναμικές κινητοποιήσεις των αγανακτισμένων το Συντάγματος που τον έφερε στο 27%, ο φασισμός θα αναπτύσσεται και θα δυναμώνει.

Μέσα στην καθημαγμένη ελληνική κοινωνία, το καλύτερο λίπασμα για να ανθίσει ο φασισμός στο εύφορο χωράφι ενός θυμωμένου λαού που διψάει για αίμα, είναι η διαρκής καταγγελία και η μεγένθυση της εικόνας του τρόμου που προκαλεί. Όσο πιο πολύ αίμα, όσο πιο πολύ βία θα προβάλλουν τα δελτία των καθεστωτικών μέσων τόσο πιο ελκυστική θα γίνεται η εικόνα του φασισμού για ένα κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας. Όσο θα κρατάει και θα εξελίσσεται αυτή η ιλαροτραγωδία του “αντιρατσιστικού νομοσχεδίου”, τόσο θα ανθίζει το χαμόγελο στα χείλη των Μιχαλολιάκων και θα τρίβουν τα χέρια τους οι διαχειριστές του συστήματος.

Αφήστε επιτέλους τη Χρυσή Αυγή στο σκοτάδι της. Στο κάτω, κάτω δεν είναι και κακό που το ανακάτεμα του βόθρου έβγαλε στην επιφάνεια όλα τα κρυμμένα σκατά που μερικές φορές άοσμα και αθόρυβα ζούσαν δίπλα μας. Το να ξέρεις πως ο διπλανός σου είναι κουράδα είναι μια καλή γνώση που σε προφυλάσσει από την πιθανότητα να την πατήσεις και να βρωμίσεις. Με το να τον προβάλλεις όμως διαρκώς με τη δικαιολογία της καταγγελίας διακινδυνεύεις να τον μετατρέψεις σε μια δημοφιλή κουράδα, σπρώχνοντας άθελα σου τον κόσμο προς την κοπρολαγνεία.